ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΝΕΔΟ
Οι ξένοι ταξιδιώτες που επισκέφτηκαν την Τένεδο από τις αρχές του 15ου αιώνα μέχρι το πρώτο μισό του 19ου αιώνα είναι πολλοί. Τους περισσότερους από αυτούς τους προσήλκυσε η φήμη της Τενέδου στους αρχαίους χρόνους και ιδιαίτερα η σύνδεση του ονόματός της με τον Τρωικό Πόλεμο. Αλλά και η νεότερη ιστορία της είναι γνωστή σε πολλούς από αυτούς. Για το λόγο αυτό κάνουν εκτεταμένες αναφορές ιστορικών στοιχείων στα βιβλία τους. Πολλές φορές διακρίνει κανείς και κάποια απογοήτευση στα κείμενά τους, όταν δε βρίσκουν απομεινάρια αρχαιοτήτων. Η απογοήτευσή τους μεγαλώνει ακόμη περισσότερο όταν κάνουν τολμηρές υποθέσεις ότι η περιοχή όπου βρίσκεται η πόλη του νησιού, όπως ήταν διαμορφωμένη τότε αλλά και σήμερα εν μέρει, πρέπει να είχε πολλές αρχαιότητες που όμως δυστυχώς εξαφανίστηκαν. Για παράδειγμα στη μεγάλη πλατεία που απλώνεται μπροστά στο λιμάνι υποθέτουν ότι υπήρχε ένας ναός του Σμινθέα Απόλλωνα, που τιμούσαν οι Τενέδιοι κατά τον Όμηρο1. Επίσης το κάστρο που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, θεωρούν ότι κατασκευάστηκε από τα υπολείμματα αρχαίων κτισμάτων και κυρίως της σιταποθήκης που έκτισε ο Ιουστινιανός, όπως αναφέρει ο Βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος.2
Εκτός από την αρχαία ιστορία σημαντική αναφορά γίνεται από τους περισσότερους ταξιδιώτες, όπως θα δούμε, για το κάστρο και το λιμάνι της Τενέδου. Ορισμένες περιγραφές είναι πολύ αναλυτικές και συνοδεύονται και από έκφραση προσωπικών κρίσεων για την αποτελεσματικότητα, τη στρατηγική θέση και την ποιότητα του κάστρου και του λιμανιού.
Ένα προϊόν, που συγκινεί όλους σχεδόν τους ξένους επισκέπτες της Τενέδου, είναι το κρασί της, για το οποίο μας δίνουν αρκετές πληροφορίες. 'Αλλα θέματα που τους απασχολούν είναι ο πληθυσμός του νησιού, τα ήθη και τα έθιμά των κατοίκων του, καθώς και η οικονομική τους κατάσταση.
Αλλά ας αφήσουμε να μιλήσουν οι ίδιοι για τις εμπειρίες τους από το ταξίδι τους. Παραθέτουμε παρακάτω κατά χρονολογική σειρά σε δική μας μετάφραση3 χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα κείμενα των σημαντικότερων ξένων ταξιδιωτών που επισκέφτηκαν την Τένεδο.
Ο πρώτος που επισκέφτηκε το νησί είναι ο Ισπανός ταξιδιώτης Clavijo το 1403, ο οποίος βρήκε την Τένεδο ακατοίκητη, μετά την υποχρεωτική εγκατάλειψή της από τους κατοίκους της με την συνθήκη του Τουρίνου (1381) που έγινε στο τέλος του πολέμου μεταξύ Ενετών και Γενουατών. Γράφει λοιπόν ανάμεσα στα άλλα ο Clavijo: "Το νησί παραμένει τώρα εντελώς ακατοίκητο. [...] Υπάρχουν πολλά αμπέλια και περιβόλια με δένδρα κοντά σε πηγές νερού. Υπάρχουν επίσης μεγάλα χωράφια με σιτηρά και τα κλήματα είναι καλά και πολλά. Συναντήσαμε επίσης πέρδικες και κουνέλια (ή λαγούς). Οι άνθρωποί μας είδαν εδώ ένα μεγάλο ερειπωμένο κάστρο και μάθαμε το λόγο που τώρα το νησί είναι ακατοίκητο".
Την ερημωμένη Τένεδο επισκέφτηκε και ο Ch. Buondelmonti το 1418, ο οποίος λέγει μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Για την Τένεδο ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των Ενετών και Γενουατών κατά την εποχή μου. Γιατί καθένας από αυτούς ήθελε να την αποκτήσει. Στο τέλος συμφώνησαν να την αφήσουν έρημη, κι έτσι κανείς δεν τολμά να την κατοικήσει. Για το λόγο αυτό και τα κατοικίδια ζώα έγιναν άγρια".
Ένας άλλος Ισπανός ταξιδιώτης, ο P. Tafur, ο οποίος επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη το 1437 έκανε μια ενδιαφέρουσα περιγραφή της Τενέδου. "Υπάρχουν πολλά κουνέλια και καλύπτεται από αμπέλια που όμως είναι κατεστραμμένα. Το λιμάνι της Τενέδου φαίνεται τόσο καινούργιο, που θα μπορούσε να είχε κατασκευαστεί σήμερα από κάποιο έμπειρο χέρι. Ο μόλος είναι φτιαγμένος από μεγάλες κολόνες, όπου τα πλοία έχουν ένα εξαιρετικό αγκυροβόλιο. Υπάρχουν κι άλλα μέρη όπου τα πλοία μπορούν να αγκυροβολήσουν, αλλά αυτό είναι το καλύτερο, γιατί βρίσκεται απέναντι στην είσοδο των Στενών της Ρομανίας (Δαρδανέλια). Πάνω από το λιμάνι υπάρχει ένας λόφος, στην κορυφή του οποίου υψώνεται ένα πολύ ισχυρό κάστρο. Το κάστρο αυτό υπήρξε η αιτία πολέμου μεταξύ των Ενετών και Γενουατών, ωσότου ο Πάπας αποφάσισε να το καταστρέψει για να μην ανήκει σε κανέναν. Χωρίς αμφιβολία όμως τούτο ήταν μια απερισκεψία, γιατί το λιμάνι αυτό είναι ένα από τα καλύτερα του κόσμου. Κανένα πλοίο δεν μπορεί να περάσει τα Στενά χωρίς πρώτα να αγκυροβολήσει εκεί για να βρει την είσοδο που είναι πολύ στενή. Και οι Τούρκοι γνωρίζοντας πόσα πολλά πλοία έρχονται σ' αυτό το μέρος, οπλίζονται και παραμονεύουν και σκοτώνουν πολλούς Χριστιανούς".
Μια ενδιαφέρουσα περιγραφή ενός εθίμου της Τενέδου κάνει ο La Croix, που την επισκέφτηκε το 1674. "Κατά την παραμονή μας στο νησί είδα να βγαίνει από το λουτρό (υπάρχουν δύο στην Τένεδο) μια μικρή Ελληνοπούλα. Θα παντρευόταν την επόμενη μέρα και πήγε να λουστεί σύμφωνα με το έθιμο. Ήταν ντυμένη όπως όλες οι νησιώτισσες: φορούσε τρεις ή τέσσερις φούστες πλισέ την μια πάνω στην άλλη κι ένα πουκάμισο με μακριά μανίκια. Οι άκρες των μανικιών ήταν κεντημένες με πολύχρυσο μετάξι. Φορούσε επίσης πάνινες κάλτσες πλισέ χρυσοκεντημένες. Όσο για παπούτσια ήταν χρυσοκεντημένες βελούδινες παντούφλες. Το πρόσωπο της νύφης ήταν βαμμένο με κοκκινάδι. Χρυσά φύλλα στόλιζαν το μέτωπό της, τα μάγουλα και το πηγούνι. Τα μαλλιά της ξεχύνονταν κάτω από μια σκούφια ανασηκωμένη και σουβλερή. Από την κορυφή της σκούφιας κρεμόταν ένας μεγάλος πέπλος από ταφτά σε χρώμα φωτιάς που σερνόταν πίσω καταγής".
Ο O. Dapper στην περιγραφή των νησιών του Αρχιπελάγους που έκανε το 1688 κοντά στα άλλα γνωστά ιστορικά στοιχεία για την Τένεδο, αναφέρει ότι "κατοικείται εν μέρει από Χριστιανούς και εν μέρει από Τούρκους. Οι χριστιανοί ζουν στο χωριό ή την μικρή πόλη κοντά στο λιμάνι και οι Τούρκοι μέσα στο κάστρο κατά το μεγαλύτερο μέρος τους. Εκτός τούτων υπάρχουν κι άλλοι κάτοικοι, πολύ λίγοι που είναι κυρίως Εβραίοι. Εκείνο που βρίσκει κανείς ως το πιο αξιόλογο είναι οι μικροί λόφοι γεμάτοι πέτρες, όπου καλλιεργούνται πολλά αμπέλια και παράγουν πολύ κρασί και πάνω απ' όλα πολύ εξαιρετικό μοσχάτο κρασί που είναι το καλύτερο στην Ανατολή. Υπάρχει επίσης πολύ κυνήγι και κυρίως πολλές πέρδικες, που είναι πολύ πιο παχιές από άλλες που υπάρχουν σ' αυτές τις περιοχές, αλλά δεν έχουν τόσο καλή γεύση. Το έδαφος όμως είναι πολύ άγονο και τα βουνά είναι σχεδόν όλα από πέτρα. Καλλιεργείται πολύ λίγο σιτάρι αλλά πολλά πεπόνια. Υπάρχει μια πεδιάδα κοντά στο χωριό προς τα νότια, όπου παράγονται πάρα πολλά διαφόρων ειδών, που είναι εξαιρετικά. Μαζεύουν όσα είναι κίτρινα από μέσα και απ' έξω και τα οποία μπορούν να διατηρηθούν όλο το καλοκαίρι".
Ο Pitton de Tournefort το 1701 αφού κάνει μια εκτεταμένη αναφορά στην ιστορία της Τενέδου, επαινεί το κρασί της. "Πιο ελκυστικό για μας ήταν το μοσχάτο κρασί του νησιού, το πιο γευστικό όλης της Ανατολής. Ποτέ δεν θα συγχωρήσω τους αρχαίους που παρέλειψαν να κάνουν τον πανηγυρικό αυτού του ποτού, αυτούς που νοιάστηκαν να δοξάσουν τα κρασιά της Χίου και της Λέσβου. Δε συγχωρούνται να πουν ότι αμπέλια δεν καλλιεργούνταν εκείνη την εποχή στην Τένεδο. Το αντίθετο εύκολα μπορεί να αποδειχτεί από το νόμισμα της Τενέδου, όπου παριστάνεται στην πλευρά όπου υπάρχει ο διπλός πέλεκυς ένα κλαδί κλήματος φορτωμένο με ένα πολύ ωραίο τσαμπί σταφύλι, απόδειξη της αφθονίας του φρούτου αυτού στο νησί".
Ο R. Pococke μάς λέει τα εξής για την Τένεδο το 1739: "Υπήρχε ένας ναός του Σμινθέα Απόλλωνα, ο οποίος πιθανώς βρισκόταν στην ωραία πλατεία μπροστά στο κάστρο, όπου απέμειναν τώρα μερικές αυλακωτές κολόνες από λευκό μάρμαρο, διαμέτρου 2,5 περίπου ποδών. Η μόνη πόλη του νησιού βρίσκεται προς την ΒΑ γωνία του, στην οποία ζουν 200 ελληνικές οικογένειες και 300 τουρκικές. Οι πρώτοι έχουν μια εκκλησία και τρία φτωχικά μοναστήρια στην πόλη και είναι υπό την εξουσία του επισκόπου Μυτιλήνης. Το κάστρο είναι ένα μεγάλο και υψηλό κτίσμα, πάνω σ' ένα βραχώδες ακρωτήριο ανάμεσα στα δύο λιμάνια, έχοντας προς την στεριά μια μεγάλη πλατεία. Είναι πολύ πιθανό το κάστρο αυτό ή μέρος του να είναι τα απομεινάρια της σιταποθήκης που έκτισε ο Ιουστινιανός, για να συντηρεί το σιτάρι που έφερνε από την Αίγυπτο, όταν τα πλοία που κατευθύνονταν προς την Κωνσταντινούπολη θα αποκλείονταν από δυσμενείς ανέμους".
O R. Chandler το 1765 περιγράφει ως εξής την Τένεδο: "Η Τένεδος είναι κυρίως βραχώδης αλλά εύφορη [...] Το λιμάνι της Τενέδου κλείνεται με ένα μόλο, του οποίου κανένα τμήμα σήμερα δεν προβάλλει πάνω από το νερό, αλλά σκόρπιες πέτρες είναι σωριασμένες στα θεμέλια για να σπάνε τα κύματα. Ο κόλπος του λιμανιού περικλείεται από μια κορυφογραμμή του βουνού. Στη νότια πλευρά υπάρχει μια σειρά ανεμόμυλων και ένα μικρό φρούριο και στην απέναντι πλευρά ένα κάστρο κοντά στην ακτή. Αυτό καταλήφθηκε το 1656 από τους Ενετούς σε 4 μέρες αλλά σύντομα εγκαταλείφθηκε καθώς ήταν αδύνατο να κρατηθεί. Τα σπίτια, που είναι πολυάριθμα, είναι κτισμένα στους πρόποδες και στην πλαγιά μιας ανηφοριάς. Υπάρχει μια πεδιάδα ανάμεσα σ' αυτά και τη θάλασσα, γεμάτη αγριόχορτα και λάσπη, από το νερό και το χώμα που κατεβαίνει από πάνω. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 600 τουρκικές οικογένειες και 300 ελληνικές. Η εκκλησία των τελευταίων είναι ευπρεπής.
Βρήκαμε εδώ λίγα απομεινάρια αρχαιοτήτων αξιοσημείωτα. Διακρίναμε με την αποβίβασή μας μια μεγάλη και ακέραιη σαρκοφάγο ή πέτρινο φέρετρο που χρησιμοποιείται ως βρύση. Το κάλυμμά της είχε διατρυπηθεί για να δεχτεί μια πηγή νερού, η οποία τροφοδοτεί το κάτω άνοιγμα. Στη μια πλευρά υπάρχει μια επιγραφή: ΑΤΤΙΚΩ ΚΑΙ ΚΛΑΥΔΙΑ ΣΕΚΟΥΝΔΑ ΕΑΝ ΔΕ ΤΙΣ ΕΤΕΡΟΝ ΝΕΚΡΟΝ ΒΑΛΗ Η ΟΣΤΙΑ ΑΠΟΛΕΣΗ ΔΟΣΙΗ ΣΤΟΝ ΦΙΣΚΟΝ. Ένας Έλληνας ρώτησε αν οι χαρακτήρες είναι Γοτθικοί. Κοντά της υπήρχε ένα τμήμα μιας αυλακωτής κολόνας που μετατράπηκε σε γουδί για να κοπανίζουν σιτάρι. Σ' ένα μαγαζί υπήρχε ένα υπόλειμμα μωσαϊκού δαπέδου που πρόσφατα ανακαλύφθηκε. Στους δρόμους, στους τοίχους και τα νεκροταφεία υπάρχουν κομμάτια μαρμάρου και θραύσματα κιόνων με λίγες επιγραφές.
Το απόγευμα που ήταν Κυριακή και γιορτή διασκεδάσαμε βλέποντας τους Έλληνες να τραγουδούν και να χορεύουν σε διάφορες παρέες κοντά στην πόλη, ενώ οι γυναίκες τους κάθονταν ομαδικά στις στέγες των σπιτιών, που είναι επίπεδες, ως θεατές απολαμβάνοντας το ελαφρύ αεράκι και τον αίθριο ουρανό.
Καταλύσαμε προς μεγάλη μας ευχαρίστηση σ' ένα μεγάλο δωμάτιο με υπερυψωμένο πάτωμα στρωμένο με ψάθα, όπου κοιμηθήκαμε με τα ρούχα μας, παρέα με δύο Εβραίους και μερικούς Έλληνες. Μια δροσερή αύρα έμπαινε όλη νύχτα από το καφασωτό παράθυρο και γλύκαινε την ανάπαυσή μας.
Στις χώρες αυτές εξαιτίας της ζέστης είναι συνηθισμένο να ξεκινούν την αυγή. Με το ξημέρωμα λάβαμε από τον Γάλλο πρόξενο, έναν Έλληνα με μια σεβάσμια γενειάδα, ως δώρο μεγάλα και πλούσια τσαμπιά σταφύλια κι άλλα φρούτα, όλα φρεσκοκομμένα. Είχαμε ακόμη ψωμί και καφέ για πρωινό και καλό κρασί, ιδιαίτερα ένα είδος με εξαιρετική γεύση που ονομαζόταν μοσχάτο. Το νησί είναι επάξια φημισμένο για το είδος του αμπελιού που παράγει αυτό το γευστικότατο ποτό.
[...] Μετά από λίγη καθυστέρηση επιβιβαστήκαμε στη βάρκα και αφήνοντας το λιμάνι της Τενέδου, παραπλέοντας στην ακτή με το νησί στα δεξιά μας, περάσαμε έναν κολπίσκο που είναι γεμάτος από μικρά πλεούμενα κατά τη διάρκεια του τρύγου. Κοντά του υπάρχει μια μοναχική εκκλησία με μια βρύση ή πηγή με εξαιρετικό νερό και σε μικρή απόσταση ένα λατομείο πέτρας ή μαρμάρου. Οι ρεματιές και οι πλαγιές των λόφων είναι καταπράσινες από τα αμπέλια. Περάσαμε ένα απότομο σημείο και είδαμε μερικούς κρημνούς που κατοικούνταν από αγριοπερίστερα, μερικές πέρδικες και λίγα ζώα. Είδαμε μια εκκλησία κοντά στην οποία, μας είπαν, υπάρχει νερό, γνωστό για τις καθαρτικές του ιδιότητες. Αποβιβαστήκαμε σε μια όμορφη παραλία έχοντας κάνει το μισό σχεδόν γύρο του νησιού. Ήμασταν κοντά στο κτίριο που σκοπεύαμε να εξερευνήσουμε. Διαπιστώσαμε ότι είναι ένα μικρό θολωτό δωμάτιο, με αρχαία τοιχοποιία, κάτω από μια ταπεινή ερειπωμένη εκκλησία. Κατεβαίνεις σ' αυτό με μερικά σκαλοπάτια και με ένα φως. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο από νερό. Κοντά του υπήρχε μια συκιά ή δύο και μια βρύση με μια επιγραφή με νεοελληνικούς χαρακτήρες, στερεωμένη πάνω στον τοίχο.
Ο αναγνώστης καθώς προχωρούμε θα βρει συχνές αναφορές σε κρήνες. Το πλήθος τους οφείλεται στη φύση της χώρας και το κλίμα. Το έδαφος, ξερό και διψασμένο, απαιτεί υγρασία για να βοηθήσει τη βλάστηση. [...]
Οι γυναίκες συρρέουν στις κρήνες κοντά στα σπίτια τους. Καθεμιά με μια μεγάλη πήλινη στάμνα, με δύο χερούλια, στην πλάτη και στον ώμο για νερό. Συγκεντρώνονται επίσης για να πλύνουν τα ασπρόρουχά τους, τα οποία απλώνουν μετά στο έδαφος και στους θάμνους να στεγνώσουν. Σ' αυτές συχνάζουν οι Τούρκοι και οι Έλληνες για δροσιά, ιδιαίτερα οι τελευταίοι στις γιορτές τους, όταν ολόκληρες οικογένειες κάθονται στο χορτάρι και απολαμβάνουν το μεσημεριανό φαγητό τους κάτω από τα δένδρα κοντά στο ρυάκι. [...]
Συμφωνήσαμε να περάσει η ζέστη του μεσημεριού πριν συνεχίσουμε το ταξίδι μας. [...] Ο Γάλλος πρόξενος που μας συνόδευσε, ανέλαβε να μας φέρει σταφύλια. Το αμπέλι του ήταν αρκετά μακριά προς την πόλη, αλλά δύο από μας συνοδευόμενοι από δύο οπλισμένους Τούρκους, αποφασίσαμε να του κάνουμε παρέα. Περάσαμε έναν ξερό τόπο γεμάτο από θυμάρι, φασκομηλιές και χαμηλούς θάμνους μαστίχας, προς ένα σημείο με κυπαρίσσια, όπου υπήρχε μια εκκλησία ταπεινή σαν αυτή που είχαμε αφήσει, καμωμένη μόνο από ξερολιθιά χωρίς στέγη. Υπήρχε ένα πηγάδι εκεί κοντά. Είδαμε λίγα δένδρα, μερικές καλαμιές και μερικά χωράφια με σιτάρι και σουσάμι. Το έδαφος ήταν ξερό. Αλλά στο κέντρο του νησιού βρήκαμε μια μεγάλη περιοχή περιτριγυρισμένη από γυμνούς άγονους λόφους και πράσινους με ελιές και αμπέλια. Τα σταφύλια κρέμονταν με πολλά τσαμπιά, πλούσια και προκλητικά. Και τρώγαμε ελεύθερα, όντας σίγουροι ότι τα φρούτα ήταν αθώα και ακόμη υγιεινά. Σε δύο εβδομάδες θα άρχιζε ο τρύγος, όταν μια φρουρά από 10 Τούρκους τοποθετήθηκε για να εξασφαλίσει τη σοδειά από τους κλέφτες και τους πειρατές. Ο ένας από τους λόφους υψώνεται πάνω απ' τους άλλους κι έχει στην κορυφή του μια εκκλησία αφιερωμένη στον προφήτη Ηλία. Έχει σχήμα κωνικό και φαίνεται από την κύρια στεριά της Ασίας κατεβαίνοντας τον Ελλήσποντο".
Ο Frieseman το 1789 αναφέρεται κυρίως στο κάστρο της Τενέδου, το οποίο περιγράφει πολύ λεπτομερειακά. "Το φρούριο ή το κάστρο είναι κτισμένο πάνω σ' ένα σωρό από βράχους που προχωρεί μέσα στη θάλασσα και προφυλάσσει από τους βόρειους ανέμους τον μικρό κολπίσκο που σχηματίζει το λιμάνι. Το κάστρο αυτό αποτελείται 1) από ένα περίγραμμα σχεδόν τριγωνικό με πύργους και επάλξεις που ελέγχουν τις ακρογιαλιές που είναι βραχώδεις, 2) από ένα πύργο ή καταφύγιο που υψώνεται πάνω στην ισοπεδωμένη κορυφή του ίδιου βράχου, σχηματίζοντας 9 μεταπύργια και άλλους τόσους πύργους.
Το κάστρο από την πλευρά της πόλης, το μόνο μέρος του που δεν βρέχεται από τη θάλασσα, προστατεύεται από μια τάφρο μήκους 24 ποδών και βάθους 10 μόνο ποδών.
Το ύψος του τοίχου του περιφράγματος είναι 18 πόδια και του πύργου περίπου 36 πόδια πάνω από το βράχο. Ο κύριος πύργος που βρίσκεται στην πλευρά της πόλης είναι πιο ψηλός από τους άλλους.
Όλοι αυτοί οι τοίχοι έχουν μικρό πάχος, δεν υπάρχει παχύ χώμα παρά μόνο στις επάλξεις, και τα θωράκια είναι όλα εξασθενημένα. Όλοι οι σοβάδες είναι ξεφλουδισμένοι και το οικοδόμημα αυτό δεν φαίνεται να έχει καμιά στερεότητα.
Το πυροβολείο δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένο. Τα κανόνια φαίνεται να είναι μικρού διαμετρήματος και πολύ λίγα. Το πυροβολείο της παραλίας είναι σε καλή θέση για άμυνα του αγκυροβολίου.
Υπάρχει ακόμη στην άκρη της νότιας πλευράς ένα περίφρακτο οχύρωμα σε αρκετά καλή θέση αλλά έχει το μειονέκτημα να είναι απομονωμένο και να θέτει το περίφραγμα του φρουρίου μέσα στο βεληνεκές ενός τουφεκιού.
Τα οχυρώματα της στεριάς ελέγχονται από όλα τα υψώματα που περιβάλλουν το φρούριο με το μισό του βεληνεκούς ενός κανονιού.
Υπάρχουν στην Τένεδο 1000 γενίτσαροι που συντηρούνται από την Πύλη. Διοικούνται από έναν Αγά που έχει υπό την εξουσία του δύο αξιωματικούς του στρατού και του πυροβολικού.
[...] Η πόλη της Τενέδου που συγκεντρώνει όλους τους κατοίκους του νησιού περιλαμβάνει περίπου 800 Τούρκους και 400 Έλληνες και Εβραίους, που ζουν από το εμπόριο των κρασιών τους, μοναδικού προϊόντος της χώρας, ενώ το σιτάρι, τα καυσόξυλα και άλλα τρόφιμα τα εισάγουν από την Τρωική ακτή. Πρέπει να προσθέσουμε στον πληθυσμό τους 1000 γενίτσαρους της φρουράς".
Ο J. Dallaway το 1794 γράφει: "Παράγει κρασί που μοιάζει πολύ με της Βουργουνδίας και σε ευνοϊκές περιόδους φτάνει τις 30.000 μονάδες, καθεμιά ίση με 5 γαλόνια. Παρά τη γραφικότητά της, η συνήθεια να κατευθύνουν τα κλήματα προς το έδαφος, φέρνει ένα πολύ κατώτερο αποτέλεσμα από εκείνο της γιρλάντας των ελαιόδεντρων με τα αμπέλια, όταν φυτεύονται μαζί, όπως στην Τοσκάνη. [...] Κατοικείται, με μικρές εξαιρέσεις, από Έλληνες. Ορισμένα θραύσματα στην πλατεία της πόλης παρέχουν ένα είδος απόδειξης ότι αρχικά κοσμούνταν μ' έναν ναό του Απόλλωνα Σμινθέα.
[...] Στη δεύτερη επίσκεψή μου στην Τένεδο, όπου αποκλείστηκα μερικές μέρες από συνεχείς θύελλες, είχα εκτενείς συζητήσεις με τον Έλληνα πρωθιερέα σχετικά με την ανακάλυψη νομισμάτων. Είχε μερικά ασημένια σε καλή κατάσταση που κόπηκαν στην Τένεδο και με πληροφόρησε ότι στο γειτονικό νησί της Θάσου βρέθηκε τώρα μεγάλος αριθμός από αυτά. Αν και η λεζάντα των νομισμάτων ήταν ιδιαίτερα τέλεια, δεν μπορούσε να την αποκρυπτογραφήσει ούτε είχε ακούσει τίποτε για την Τροία και τον Όμηρο".
Ο R. Walpole γράφει το 1801: "Καταλύσαμε στο σπίτι ενός Έλληνα, που κατέχει το αξίωμα του Βρετανού υποπρόξενου και που είναι συγχρόνως πρωτόγερος, δηλαδή αρχηγός της ελληνικής κοινότητας. Υπάρχει μία μόνο πόλη στο νησί που περιλαμβάνει περίπου 750 οικογένειες. 450 από αυτές είναι μωαμεθανικές και 300 της ελληνοχριστιανικής εκκλησίας. Το λιμάνι είναι μικρό αλλά κατάλληλο για τα εμπορικά πλοία που έρχονται να αγοράσουν κρασί. Τα καύσιμα, τα δημητριακά και τα περισσότερα καταναλωτικά αγαθά προέρχονται από την απέναντι ακτή της Τροίας. Το κύριο και σχεδόν μοναδικό προϊόν της Τενέδου είναι το κρασί, για το οποίο είναι φημισμένο το νησί και τώρα, όπως στα αρχαία χρόνια. Βλέπουμε το σύμβολο του τσαμπιού των σταφυλιών στα νομίσματα της Τενέδου. Το κόκκινο είδος είναι δυνατό, σκούρο και ξηρό όπως το πόρτο. Μια μικρή ποσότητα μοσχάτου επίσης παρασκευάζεται που πολύ εκτιμάται. Το κόκκινο πωλείται προς 8 παράδες την οκά, ενώ το λευκό μοσχάτο προς 30. Για το κρασί καταβάλλονται 2 παράδες την οκά τελωνειακοί δασμοί και για το ρακί4, το κοινό ακατέργαστο οινόπνευμα, καταβάλλονται 4 παράδες την οκά κατά την εξαγωγή.
Η κυβέρνηση απαιτεί από τους Τούρκους το 1/10 της παραγωγής, ενώ από τους Έλληνες το 1/8. Οι τελευταίοι πληρώνουν επίσης ετήσιο κεφαλικό φόρο ή χαράτσι: οι άνδρες 5½ γρόσια, τα αγόρια πάνω από 10 ετών 2 περίπου γρόσια. Εκτός από αυτούς τους σταθερούς φόρους, έκτακτες εισφορές συγκεντρώνονται σε περίοδο πολέμου. Ο βοεβόδας ή κυβερνήτης, οι γενίτσαροι της φρουράς και εκείνοι που έχουν αστυνομικά καθήκοντα στην πόλη αμείβονται από ένα φόρο επί των αμπελιών: από τους Έλληνες εισπράττονται 11 παράδες για κάθε 1000 κλήματα, από τους Τούρκους 5 παράδες.
Το λιμάνι ήταν γεμάτο πλοία με σημαία Ραγούζας, Αυστρίας και Τουρκίας. Φόρτωναν κρασί για την Αγγλική αποστολή υπό τον sir R. Abercrombie στην Μαρμαρίδα απέναντι από τη Ρόδο. Η κυβέρνηση είχε μονοπωλήσει τον τρύγο του νησιού, δίνοντας 6 ½ παράδες την οκά.
Η ελληνική εκκλησία της Τενέδου έχει ανοικοδομηθεί πρόσφατα και παρόλο που το αυτοκρατορικό φιρμάνι αναφέρει ότι η χάρη έγινε από την απλή καλή θέληση του σουλτάνου, ωστόσο ανακαλύψαμε ότι κόστισε στους Έλληνες του νησιού 5.000 γρόσια για δωροδοκίες και φιλοδωρήματα στα γραφεία της Πύλης. Υπάρχουν τρεις ιερείς που λειτουργούν στην εκκλησία, καθένας από τους οποίους έχει ένα εισόδημα 350 γρόσια το χρόνο, 100 από τα οποία παρακρατούνται από τον ηγέτη τους, τον επίσκοπο Μυτιλήνης.
Ο πρωτόγερος ή αρχηγός των Ελλήνων εκλέγεται κάθε χρόνο από τους ομοεθνείς του. Κι αν η διοίκησή του θεωρηθεί ικανοποιητική, διορίζεται για δεύτερη θητεία ή περισσότερες.
Η γενική εμφάνιση του νησιού χαρακτηρίζεται από έλλειψη γραφικότητας και ξηρασία. Καλύπτεται από λίγα δένδρα και έχει λίγο πράσινο. Δεν βρήκαμε ίχνη ναών ή αρχαίων κτισμάτων. Στην αγορά κοντά στο λιμάνι υπάρχει μια γρανιτένια σαρκοφάγος που χρησιμοποιείται τώρα ως στέρνα. Στη μια πλευρά της υπάρχει μια επιγραφή που καταγράφηκε από τον Chandler".
Ο J. Hobhouse που επισκέφτηκε την Τένεδο το 1809, μετά την κατάληψη και εγκατάλειψή της από τον ρωσικό στόλο το 1807, γράφει: "Το στόμιο του λιμανιού είναι στενό και κλείνεται από μια προβλήτα από σκόρπιες πέτρες τοποθετημένες στα θεμέλια ενός αρχαίου μόλου ή κυματοθραύστη ο οποίος προβάλλει από τη νότια πλευρά της εισόδου. Ένα στρογγυλό φρούριο φαίνεται στους βράχους πάνω από το μόλο. Το λιμάνι είναι ένας μικρός κολπίσκος μη κανονικού κυκλικού σχήματος, που προβάλλει από τους πρόποδες των λόφων, οι οποίοι με την παρεμβολή μιας επίπεδης λασπώδους ακτής φτάνουν ως την ακρογιαλιά. Υπάρχει ένα άλλο μικρότερο λιμάνι γεμάτο ψαρόβαρκες, ακριβώς απέναντι στη δυτική πλευρά του νησιού. Ο Στράβων5 μνημονεύει τα δύο λιμάνια. [...]
Το λιμάνι ήταν γεμάτο από μικρά πλοία, τα οποία ταξιδεύοντας στο Αρχιπέλαγος ανέμεναν για κάποια αλλαγή του ανέμου, και ένα πλήθος από Τούρκους που ανήκαν στα πλοία αυτά έκαναν βόλτες στην ακτή όταν αποβιβαζόμασταν. Αλλά η πόλη ήταν ερειπωμένη ή μάλλον δεν υπήρχαν καθόλου κατοικίες εκτός από δύο ή τρία ξύλινα σπίτια, που τα μετέτρεψαν σε μαγαζιά, και μερικές άθλιες πλίνθινες καλύβες. Γιατί το προηγούμενο χωριό κατακάηκε από το ρωσικό στόλο το 1807. Τα πρώτα αντικείμενα που μας εντυπωσίασαν ήταν 4 μεγάλα κανόνια που κείτονταν στο μόλο, σημαδεμένα με το φαρδύ βέλος: είχαν πρόσφατα ανασυρθεί από το ναυάγιο του AJAX6, ο οποίος δυστυχώς κάηκε και χάθηκε πάνω στους βράχους στα βόρεια του λιμανιού κατά τον σύντομο πόλεμο με τους Τούρκους.
Ο τούρκος διοικητής μάς πρόσφερε καφέ σ' ένα μαγαζί που ανήκε σε έναν κακόμοιρο Έλληνα που αυτοαποκαλούνταν 'Αγγλος πρόξενος και έκανε το οφειλόμενο κομπλιμέντο στο έθνος μας, παρατηρώντας ότι 'όταν οι 'Αγγλοι ήρθαν εδώ στον πόλεμο, μας ζήτησαν μόνο ένα ποτήρι νερό, αλλά η Μοσκοβίτες έκαψαν την πόλη μας και πήραν τα πάντα από μας, όπως βλέπετε'.
Ένα παλιό κάστρο στη βόρεια πλευρά του λιμανιού, το παλαιότερο φρούριο του νησιού, φαινόταν πολύ κατεστραμμένο, αλλά είχε ίσως υποστεί όχι άλλη ζημιά από εκείνη του χρόνου και της εγκατάλειψης. Γιατί δεν υπήρχαν σημάδια ότι είχε κανονιοβοληθεί, εκτός από μερικές οβίδες που κείτονταν στην αυλή. Το κτίσμα δείχνει τη σπουδαιότητα που αποδόθηκε παλιά στην κατοχή του νησιού: αν και ελέγχεται από τα υψώματα αμέσως επάνω, φαίνεται να έχει κατασκευαστεί με πολλά βάσανα, αφού περιβάλλεται από μια βαθιά τάφρο και ένα ισχυρό πυργωτό αμυντικό έργο, που προστατεύεται με πύργους στις γωνίες. Οι περισσότερες πέτρες για την κατασκευή του ίσως προέρχονται από αρχαία κτίσματα, ίσως από την μεγάλη σιταποθήκη που έκτισε ο Ιουστινιανός, για να αποθηκεύει το σιτάρι όταν αποκλειόταν από συνεχείς δυσμενείς ανέμους κατά τη μεταφορά του από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. [...]
[...] Μας φάνηκε από τη θάλασσα ότι ήταν βραχώδης και άγονη, αλλά όταν ανεβήκαμε στην κορυφή ενός σημαντικού υψώματος πάνω από την πόλη, είδαμε ότι παρουσίαζε μια ευχάριστη ποικιλία λόφων και κάμπων καλά καλλιεργημένων αν και υπήρχαν λίγα δένδρα. [...] Σηκώσαμε μερικές πέρδικες και μας είπαν ότι τα πουλιά αυτά είναι τόσο πολλά στο νησί, ώστε οι Φράγκοι της Κων/πολης κάνουν μερικές φορές επισκέψεις εκεί για σπορ. Τα κουνέλια είναι πολυάριθμα στις πλαγιές των λόφων. Κοπάδια κατσικιών και ένα μικρό μαύρο ζώο έβοσκαν στα λιβάδια. Ολόκληρο το νησί φαινόταν πράσινο είτε με τα λιβάδια και τα χωράφια σταριού, είτε με τα αμπέλια (που είναι χαμηλά στο έδαφος), των οποίων το προϊόν είναι επαξίως φημισμένο στην Ανατολή. Το κρασί της Τενέδου όταν είναι καινούργιο είναι βαθύ κόκκινο και στη γεύση σαν το δυνατό Βουργουνδίας. Αφού κρατηθεί για λίγο καιρό, που, παρά την κοινή πρακτική στην Τουρκία, είναι συχνά μια περίοδος πάνω από 12 χρόνια, γίνεται ανοιχτό κίτρινο και τότε εκτιμάται πολύ. Η ποσότητα που παράγεται σε μια καλή χρονιά είναι περισσότερη από 2500 βαρέλια και η μέση τιμή του είναι 5 παράδες η οκά. [...]
[...] Οι Ιταλοί και οι άλλοι Φράγκοι ταξιδιώτες σ' αυτήν την περίπτωση όπως και σε άλλες λόγω της άγνοιας της γλώσσας μεγαλοποιούν την παραφθορά των αρχαίων ονομάτων. Γιατί το νησί λέγεται ΤΕΝΕDΟ και όχι DENETHO σύμφωνα με τους Νεοέλληνας, αν και προφέρουν το Δ μαλακά και την ονομάζουν ΤΕΝΕDΤΗΟ. Δε διατηρεί όμως τίποτε παρά το όνομά της. [...]
Τη μεγάλη γρανιτένια σαρκοφάγο με την επιγραφή ΑΤΤΙΚΩ ΚΑΙ ΚΛΑΥΔΙΑ ΣΕΚΟΥΝΔΑ που αναφέρεται στον πατέρα του Ηρώδη Αττικού, που τόσο συχνά μνημονεύεται, δεν μας την έδειξαν. Πράγματι, επισκεπτόμενος το μέρος τυχαία δεν είχα ενημερωθεί για την ύπαρξή της, και μην έχοντας ψάξει γι' αυτή, δεν μπορώ να πω ότι δεν υπάρχει.
[...] Υπήρχαν παλιά 600 τουρκικές οικογένειες και 300 ελληνικές στο νησί, μολονότι εκτός από την πρωτεύουσα υπήρχαν μόνο 2-3 χωριουδάκια. Είναι πιθανό ότι θα αναρρώσει σύντομα από την πρόσφατη συμφορά της. Γιατί καθώς είναι ο σταθμός των πλοίων που αποκλείονται από τους ανέμους, πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από τα Δαρδανέλια, πάντα θα συντηρεί ένα σημαντικό πληθυσμό".
Πράγματι το 1829, ύστερα από 20 χρόνια, η κατάσταση στην Τένεδο βελτιώνεται όπως διαπιστώνει ο G. Keppel. "Είναι ένα μικρό, φτωχικό μέρος. Αλλά φαίνεται να υπερέχει σε σύγκριση με άλλες πρωτεύουσες των νησιών του αρχιπελάγους, όντας κάπως λιγότερο ερειπωμένο από τα γειτονικά νησιά. [...] Φρουρείται από τους Τούρκους και ο πληθυσμός σχεδόν εξ ολοκλήρου ελληνικός περιλαμβάνει 5000 ψυχές περίπου. Οι στρατιώτες και οι κάτοικοι ήταν φιλικοί μεταξύ τους".
Την ίδια χρονιά ένας άλλος ταξιδιώτης ο A. Slade, γράφει ότι "η Τένεδος στερείται αρχαιοτήτων εκτός από λίγους τύμβους. Η πόλη είναι ικανοποιητική και η αγορά της πάντοτε πολύ καλά εφοδιασμένη με προμήθειες. Οι κάτοικοι είναι Έλληνες, με καλή διάθεση απέναντι στους Τούρκους, από τους οποίους κανένας δεν υπήρχε στο νησί εκτός από την ακολουθία του Αγά και μερικούς κανονιέρηδες για το κάστρο. Κάνουν ένα από τα καλύτερα κρασιά του Αρχιπελάγους. Είναι δυνατό, με καλή γεύση, καθόλου διαφορετικό από το πόρτο και απείρως καλύτερο από το ποτό με την ίδια ονομασία που πωλείται στα περισσότερα ξενοδοχεία της Αγγλίας. Η τιμή του το 1829 ήταν 18 παράδες η οκά".
Ο G. Depping το 1830 αναφέρεται κυρίως στον χαρακτήρα των Τενεδίων. "Οι Τούρκοι διατηρούν μια ισχυρή φρουρά στο νησί, το οποίο κατά τα άλλα έχει 2000 κατοίκους, από τους οποίους τα 2/3 είναι μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι ελληνικής καταγωγής. Πέρα από τον βοεβόδα ή τούρκο διοικητή, υπάρχει ένας πρωτόγερος ή χριστιανός διοικητής, εκλεγόμενος κάθε χρόνο από τους ομόθρησκούς του. Οι Έλληνες της Τενέδου έχουν θα έλεγε κανείς ένα χαρακτήρα σιωπηλό, που είναι συνήθως αποτέλεσμα μιας καταπιεστικής δουλείας, που έρχεται σε αντίθεση με τον συνήθη χαρακτήρα αυτού του λαού. Το κρασί μόνο τους κάνει μερικές φορές να ξεφύγουν από αυτή τη μελαγχολική διάθεση, στην οποία ξανακλείνονται, όταν έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τους Τούρκους. Για να παραδοθούν σε έναν υπερβολικό διονυσιασμό επιστρέφουν στα παράλια της Τροίας. Εκεί μακριά από τα μάτια των κυρίων τους, παραδίδονται σε μια θορυβώδη ευθυμία, πνίγουν τη στενοχώρια τους μέσα σε μια παλίρροια κρασιού και τραγουδούν και χορεύουν με ένα είδος μανίας. Ο γάλλος ταξιδιώτης Olivier, στον οποίο πρόσφεραν μια τέτοια γιορτή, επαίνεσε τη μεγάλη διακριτικότητα των γυναικών που σε αυτήν την περίπτωση έδειχναν ανθρώπους που εκφράζουν την ευθυμία τους με ευπρέπεια. Οι νεαρές ήταν όμορφες ή τουλάχιστον ευγενικές. Ένα κλίμα γλυκό και εύκρατο συμβάλλει χωρίς αμφιβολία στη δημιουργία μιας ευχάριστης όψης.
Η πλειονότητα των Ελλήνων της Τενέδου είναι αμπελουργοί ή έμποροι κρασιού. Ένα μέρος των αμπελώνων ανήκει στους Τούρκους. Αλλά αυτοί πουλούν συνήθως τον τρύγο στους Έλληνες, για να μην αμαρτήσουν μπροστά στο νόμο του Προφήτη. Ένας γενικός εισπράκτορας επιθεωρεί όλους τους τρύγους, για να φορολογεί τους ιδιοκτήτες, αξίωμα που αποφέρει σ' αυτόν που το εξασφαλίζει 30.000 γρόσια και το οποίο εκμισθώνεται από την τουρκική κυβέρνηση. [...] Τα σπίτια της πόλης είναι κτισμένα αρκετά γερά κι όλα έχουν ταράτσες. Το εξωτερικό τους όμως στερείται κάθε διακόσμησης. Το μόνο αξιοσημείωτο πράγμα που η πόλη προσφέρει είναι η δεξαμενή της αγοράς. Ήταν κατά την αρχαιότητα ο τάφος του Αττικού, πατέρα του Ηρώδη του Αττικού. Αυτό το αρχαίο μνημείο είναι ακόμη καλά διατηρημένο".
Ο C. Newton, τέλος το 1854 μας δίνει αρκετά λεπτομερείς πληροφορίες για την παραγωγή κρασιού. "Κι όταν έφτασα στην Τένεδο, έμεινα 2-3 μέρες στη στεριά στο σπίτι του Μ. Τολμίδη, του αυστριακού προξενικού αντιπροσώπου, από τον οποίο πήρα μερικές χρήσιμες πληροφορίες για το νησί.
Η Τένεδος είναι πολύ λιγότερο ορεινή από οποιοδήποτε νησί του Αρχιπελάγους που έχω ήδη επισκεφτεί. Κάτι σαν δρόμοι υπάρχουν. Και οι άνθρωποι λένε, όταν περπατούν, 'προς τα δεξιά' ή 'προς τα αριστερά' αντί 'πάνω' ή 'κάτω', όπως στη Μυτιλήνη, όπου δύσκολα συναντάς ένα τετραγωνικό μίλι επίπεδης επιφάνειας. Τα αμπέλια καλύπτουν μικρούς κάμπους περιτριγυρισμένους από λόφους, που ανακόπτουν την οργή των ανέμων. Τα κλήματα είναι πολύ μικρά και καλλιεργούνται κατά μήκος του εδάφους, περισσότερο στο ευρωπαϊκό στυλ παρά όπως σε άλλα αμπέλια που έχω δει στην Τουρκία. Τα αμπέλια γενικώς κοπρίζονται κάθε δύο χρόνια. Τα σκάβουν 3 φορές το χρόνο με μια διχαλωτή τσάπα, που λέγεται ακόμα με το αρχαίο όνομα, 'δίκελλα' 7 [στα Ελληνικά η λέξη!]. Το χώμα είναι πλούσιος και εύτριπτος άργιλος. Τα σταφύλια, που πολύ εκτιμούνται για τη γεύση τους, λέγονται μαυρέλια. Καθώς αυτά αποδίδουν λίγο μούστο, αναμειγνύονται με ένα πιο κοινό είδος που λέγονται κουντούρες. Στον τρύγο τα σταφύλια διαλέγονται και όσα είναι χαλασμένα πετιούνται. Αλλά αυτό δεν γίνεται με πολλή προσοχή. Τα σταφύλια πατιούνται με τα πόδια και ο μούστος μετά τοποθετείται σε κάδο, όπου βράζει για ένα περίπου μήνα. Μετά τοποθετείται σε βαρέλια, όπου παραμένει για άλλο ένα μήνα. Μετά πια το κρασί είναι έτοιμο να το πιεις, αν και μερικοί το πίνουν μόλις βγει από τον κάδο. Με βεβαίωσαν ότι γίνεται χωρίς καμιά νοθεία και ότι θα διατηρούνταν πολλά χρόνια και θα άντεχε στη θαλάσσια μεταφορά. Ολόκληρη η παραγωγή ενός τρύγου γενικά πουλιέται αμέσως και δεν θα ήταν δυνατό να ακούσουν ότι παραμένει κρασί στο νησί πάνω από 1-2 χρόνια. Ό,τι δοκίμασα ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Είναι μια από τις λίγες περιοχές στο Αρχιπέλαγος όπου το κρασί παράγεται για εξαγωγή. Οι Έλληνες γενικά αρκούνται στο να παράγουν κρασί για την προσωπική τους κατανάλωση από χρόνο σε χρόνο, όπως οι αγρότες στο Herefordshire παρασκευάζουν μελίτη οίνο. Έχουν μπουκάλια χωρίς πώματα, βαρέλια με ξύλινα μόνο στεφάνια και το καθετί στο ίδιο προσωρινό στυλ.
Η ετήσια παραγωγή του τρύγου κυμαίνεται από 25.000-10.000 βαρέλια. Ένα βαρέλι περιέχει σχεδόν 16 αυτοκρατορικά γαλόνια. Η ετήσια αξία του τρύγου σε μια καλή χρονιά υπολογίζεται σε 800.000 γρόσια.
Ο Μ. Τολμίδης υπολόγισε τον αριθμό των κλημάτων στο νησί σε περίπου 1 εκατομμύριο. Υποθέτει ότι όλη η ετήσια δαπάνη για την καλλιέργεια θα μπορούσε να φτάσει τα 17 σελίνια για κάθε 1000 κλήματα. Ένα αμπέλι, όταν πρωτοφυτεύεται δεν παράγει κρασί για 6 χρόνια. Το έβδομο έτος αρχίζει να είναι παραγωγικό.
Το κρασί της Τενέδου συνήθως εξάγεται στην Οδησσό αλλά από τον ρωσικό πόλεμο και μετά αποστέλλεται στην Κων/πολη.
Κανένα άλλο εμπόρευμα δεν εξάγεται από το νησί εκτός από ποσότητες μαλλιού.
[...] Ο πληθυσμός της Τενέδου υπολογίζεται σε 4000 περίπου, από τους οποίους το 1/3 είναι Τούρκοι. Το νησί παράγει σιτάρι αρκετό για να συντηρεί τους κατοίκους για 3 μήνες μόνο το χρόνο. Το σύνολο των φόρων του νησιού φτάνει τις 300.000 γρόσια, από τα οποία η δεκάτη επί των σταφυλιών φτάνει τις 48.000 και ο Palto 155.000. Ο Palto είναι ένας φόρος επί της αξίας του κρασιού. Η κοινότητα της Τενέδου δεσμεύεται να πληρώνει στην Πύλη 200.000 γρόσια το χρόνο, τα οποία συγκεντρώνει από την είσπραξη της δεκάτης και του Palto. Μετά την καταβολή του τελευταίου φόρου επί του κρασιού, εξάγεται αυτό αδασμολόγητο στην Κων/πολη. Τα υπόλοιπα έσοδα προέρχονται από το χαράτσι ή τον κεφαλικό φόρο ο οποίος κυμαίνεται από 17 σελίνια μέχρι 1 δολάριο το χρόνο, ανάλογα με τα μέσα του κάθε ατόμου, και το salgun8 ή 'δώσιμο' [στα Ελληνικά η λέξη!], ένας φόρος επάνω σ' όλη την ακίνητη περιουσία του νησιού. Το ετήσιο άθροισμα των δύο αυτών φόρων είναι περίπου 100.000 γρόσια. Εκτός από τους τακτικούς αυτούς φόρους, από καιρό εις καιρό ο σουλτάνος εισπράττει και έκτακτες εισφορές. Τη χρονιά αυτή έλαβε 11.000 γρόσια.
Υπάρχει ένα ελληνικό σχολείο στην Τένεδο, για το οποίο η κοινότητα ξοδεύει 10.000 γρόσια ετησίως. Το ποσό αυτό συγκεντρώνεται από τους κατοίκους γενικά. Οι μαθητές είναι περίπου 200, περιλαμβανομένων και μερικών κοριτσιών. Το σχολείο υπάρχει εδώ και 25 χρόνια.
Περίπου τα 2/3 του πληθυσμού δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση.
Υπάρχει εδώ ένα τούρκικο κάστρο, με μια φρουρά αποτελούμενη από 180 τοπικούς εθνοφύλακες και 24 πυροβολητές.
Η Τένεδος καταστράφηκε από τους Ρώσους όταν την κατέλαβαν το 1807. Πολλοί πλούσιοι Τούρκοι ζούσαν παλιά εδώ. Κάποτε καλυπτόταν από δένδρα, που καταστράφηκαν κατά την ελληνική επανάσταση".
Όπως φαίνεται οι ξένοι ταξιδιώτες αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών για την καθημερινή ιδιαίτερα ζωή των κατοίκων της Τενέδου. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως ότι μερικές πληροφορίες που μας δίνουν δεν μπορούν να θεωρηθούν απόλυτα αξιόπιστες. Για παράδειγμα όταν αναφέρονται στον πληθυσμό της Τενέδου, τον οποίο υπολογίζουν συνήθως με μέτρο τις οικογένειες κι όχι τα άτομα, η μόνη ίσως αξιόπιστη πληροφορία που παίρνουμε είναι η αναλογία Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων στο νησί. Η αυξομείωση του πληθυσμού εξάλλου που παρατηρείται από ταξιδιώτη σε ταξιδιώτη, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα, αποκαλύπτει ότι η Τένεδος είχε συχνές και μαζικές μετακινήσεις πληθυσμού, κάτι όχι σπάνιο κάτω από ορισμένες ιστορικές συνθήκες.
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ | ΕΛΛΗΝΕΣ | ΤΟΥΡΚΟΙ | ΠΗΓΗ |
1739 | 200 οικογένειες | 300 οικογένειες | Pococke |
1765 | 300 οικογένειες | 600 οικογένειες | Chandler |
1789 | 400 κάτοικοι | 800 κάτοικοι | Friesman |
1794 | Όλοι σχεδόν | - | Dallaway |
1801 | 300 οικογένειες | 450 οικογένειες | Walpole |
1829 | 5000 κάτοικοι | - | Keppel, Slade |
1854 | 2700 κάτοικοι | 1300 κάτοικοι | Newton |
1890 | 2820 κάτοικοι | 1300 κάτοικοι | Cuinet |
Όσον αφορά τη γενική περιγραφή του κάστρου και του λιμανιού όλοι σχεδόν οι ταξιδιώτες συμφωνούν μεταξύ τους. Διαφοροποιήσεις υπάρχουν στις λεπτομέρειες, που οφείλονται στην παρατηρητικότητα και τα ενδιαφέροντα του κάθε ταξιδιώτη.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη φυσική περιγραφή του νησιού. Όσοι ταξιδιώτες περιορίστηκαν στην πρώτη εντύπωση με την είσοδό τους στο λιμάνι, θεωρούν το νησί άγονο και ξερό, ενώ όσοι επισκέφτηκαν και την εξοχή πίσω από τους λόφους που περικλείουν την πόλη και το λιμάνι σχημάτισαν τελείως διαφορετική εικόνα για το νησί.
Εκεί όπου όλοι σχεδόν οι ξένοι ταξιδιώτες επιμένουν περισσότερο είναι το κρασί της Τενέδου. Πράγματι είναι πολύ φημισμένο και το μοναδικό σχεδόν προϊόν του νησιού, μαζί με τα επιτραπέζια σταφύλια, τα τσαούσια, που όμως κανείς δεν μνημονεύει. Φαίνεται ότι οι Τενεδιοί έδιναν τότε μεγαλύτερη σημασία στην παραγωγή κρασιού παρά επιτραπέζιων σταφυλιών. Μάλιστα ο G. Sandys το 1610 γράφει για την Τένεδο ότι "παράγει εξαιρετικά δυνατό κρασί, το οποίο φανερώνει ότι οι κάτοικοί της είναι Έλληνες"!! Το κρασί, όπως αναφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες, είναι μοσχάτο και κόκκινο. Ιδιαίτερα το πρώτο ήταν φημισμένο σε όλη την Ανατολή. Η παραγωγή του όμως σιγά σιγά περιορίζεται, όπως φαίνεται, και δίνει τη θέση του στο κόκκινο, το οποίο όταν παλιώνει γίνεται κίτρινο σαν κονιάκ.
Τέλος είναι σκόπιμο να αναφερθούμε και στο όνομα του νησιού. Η αρχαία Λεύκοφρυς που μετονομάστηκε Τένεδος, όνομα με το οποίο αποκαλείται από όλους τους ταξιδιώτες, πήρε κι ένα τουρκικό το οποίο σήμερα είναι Bozcaada. Τα τελευταία χρόνια οι Τούρκοι τουριστικοί πράκτορες άρχισαν να χρησιμοποιούν παράλληλα και την αρχαία ελληνική ονομασία του νησιού, Τένεδος, για προφανείς λόγους!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ιλιάδα Α, 38.
2. Περί κτισμάτων 5, 1, 14.
3. Εκτός από το απόσπασμα του La Croix. Βλ. παρακάτω βιβλιογραφία.
4. Το ρακί φυσικά δεν είναι ακατέργαστο οινόπνευμα, αλλά το γνωστό ποτό!
5. Γεωγραφικά, 13, 1, 46.
6. Βρετανικό πολεμικό που κάηκε από πυρκαϊά στις 14-2-1807 έξω από την Τένεδο: σώθηκαν 384, χάθηκαν 5 μέλη του πληρώματος.
7. Δεν λεγόταν με την αρχαία ονομασία ακριβώς αλλά παρόμοια: το δικέλλι!
8. Το ορθό είναι salgın.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Clavijo, Embassy to Tamerlane (1403-1406) translated from the Spanish by Guy Le Strange with an introduction, London 1928, p. 53-56.
2. Christophe Buondelmonti, Description des îles de l' Archipel, version Grecque par un anonyme, publiée d' après le manuscrit du sérail avec une traduction Française et un commentaire par Émile Legrand, Paris 1897, p. 78.
3. Pero Tafur, Τravels and Αdventures 1435-1439. Translated and edited with an introduction by Malcolm Letts, London 1926, p. 113-114.
4. George Sandys, A relation of a journey begun A.D. 1610, London 1637, libr. I, p. 19.
5. Sieur de la Croix, Memoires contenant diverses relations très curieuses de l' Empire Othoman, Paris 1684 [Το απόσπασμα που παραθέτω προέρχεται από το βιβλίο του Κ. Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333-1700, Αθήνα 1970, σ. 659].
6. Joseph Pitton de Tournefort, A voyage into the Levant (translated by John Ozell), London 1741, vol. 2, letter 2, p. 75.
7. O. Dapper, Description exacte des isles de l' Archipel, et de quelques autres adjacents, Amsterdam 1703, p. 236.
8. Richard Pococke, A description of the east and some other countries, London 1745, vol. 2, part 2 (chap. v), p. 21.
9. Richard Chandler, Travels in Asia Minor and Greece. A new edition with corrections and remarks by Nicholas Revett, Oxford, 1825, vol. 1, chap. vi, p. 20.
10. Frieseman, Description Historique et Geographique de l' Archipel, Neuwied 1789, p. 132.
11. James Dallaway, Constantinople ancient and modern, with excursions to the shores and islands of the Archipelago and the Troad, London 1797, p. 360.
12. Robert Walpole, Memoirs relating to European and Asiatic Turkey, London 1818, p. 139-140.
13. J.C. Hobhouse, A Journey through Albania, and other provinces of Turkey in Europe and Asia to Constantinople, during the years 1809 and 1810, London 1813, vol. 2, letter xxxviii, p. 671.
14. George Keppel, Narrative of Journey across the Balcan by the two passes of Selimno and Pravadi. Also of a visit to Azani and other newly discovered ruins in A. Minor, in the years 1829-1830, London 1831, vol. 1, p. 43.
15. Adolphus Slade, Records of travels in Turkey, Greece, etc. in the years 1829, 1830 and 1831, London 1832, vol. 1, p. 70.
16. G. B. Depping, La Gréce, ou description topographique de la Levadie, de la Morée et de l' Archipel, A Paris 1830, t. 4, p. 113.
17. C. T. Newton, Travels and Discoveries in the Levant, London 1865, vol. 1, XXIII.
18. Vital Cuinet, La Tourquie d' Asie, Geographie administrative, Paris 1892, p. 490.
Ν. Σμύρνη, 2004
Απ. Κερκινέογλου