Συνέντευξη στην εκπομπή του κ. Σ. Κούλογλου, "Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα", ΝΕΤ 3-1-2005, www.rwf.gr

ΕΡ. Τι σημαίνει το όνομά σας;

Ούτε κι εγώ ξέρω τι σημαίνει. Πρέπει να προέρχεται από κάποια περιοχή της Μ. Ασίας που λέγεται Κερκενές, όπου υπάρχει το βουνό Κερκενές, και μάλιστα γίνονται και σημαντικές ανασκαφές εκεί αυτήν την περίοδο από μια γερμανική αποστολή. Και μάλλον πρέπει κάποιος πρόγονός μου, κάποιοι πρόγονοί μου να ήρθαν στην Τένεδο από εκεί. Και από ό,τι φαίνεται από τα πολλά επίθετα που υπάρχουν στην Τένεδο, πρέπει να είμαστε πρόσφυγες από πολλές περιοχές, της Μ. Ασίας, των νησιών του Αιγαίου ή και άλλες περιοχές.

ΕΡ. Πείτε μας λίγα στοιχεία για το νησί σας.

Η Τένεδος βρίσκεται ακριβώς στην είσοδο των Δαρδανελίων, του Ελλήσποντου και μάλιστα οι ξένοι την έλεγαν το "κλειδί των Δαρδανελίων", άνοιγε και έκλεινε τα Δαρδανέλια, για αυτό και η θέση αυτή η γεωγραφική την έκανε κέντρο των πειρατών κατά την Τουρκοκρατία και οι κάτοικοί της πέρασαν πάρα πολλά δεινά από τους πειρατές. Το νησί είναι πολύ μικρό, περίπου 45 τετραγωνικά χιλιόμετρα, και απέχει πάρα πολύ λίγο από τη μικρασιατική ακτή, κάτι που την εξυπηρέτησε πάρα πολύ στην οικονομική της ανάπτυξη, στην επικοινωνία με την μικρασιατική παραλία, με την Κωνσταντινούπολη, και γενικότερα στην διεξαγωγή του εμπορίου της. Γιατί η Τένεδος οικονομικά βρισκόταν και βρίσκεται σε πολύ καλή, ικανοποιητική κατάσταση, παρότι έχει μονοκαλλιέργεια, η δραστηριότητά της στηρίζεται στην αμπελουργία, πολύ λίγη κτηνοτροφία υπάρχει και ελάχιστη παραγωγή σιτηρών. Γι' αυτό είχαμε προβλήματα κατά διαστήματα, όταν οι διάφορες αρρώστιες των αμπελιών κατέστρεφαν τα αμπέλια. Μικρό παιδί προσωπικά θυμάμαι όταν η φυλλοξήρα κατέστρεψε ολοσχερώς τα αμπέλια και οι άνθρωποι είχαν σοβαρά προβλήματα και προβλήματα επιβίωσης. Αργότερα, ο περονόσπορος και άλλα τέτοια, τα οποία έχουν γίνει βίωμα στους Τενεδιούς οι οποίοι έχουν στηρίξει τη ζωή τους αποκλειστικά στα αμπέλια. Βέβαια το νησί είναι καταπράσινο, έχει πολύ λίγους λόφους μόνο, δεν έχει δάση αλλά όλη η πρασινάδα οφείλεται στην καλλιέργεια των αμπελιών.

Εγώ γεννήθηκα στην Τένεδο και έμεινα εκεί ως το 1964, όταν ήρθα να σπουδάσω στην Ελλάδα με υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών.

ΕΡ. Έχετε πάει ξανά εκεί από τότε;

Όχι. Πολύ θα ήθελα να επιστρέψω στην Τένεδο, αλλά με έναν όρο: όχι ως επισκέπτης αλλά ως μόνιμος κάτοικος υπό ελληνική διοίκηση. Ας προσγειωθούμε, ήταν χιούμορ αυτό. Δεν μπορώ να επιστρέψω γιατί δεν αντέχω να δω το σπίτι μου τουρκεμένο, το σχολείο όπου έμαθα τα πρώτα μου γράμματα πατημένο, τους δρόμους και τις πλατείες που έπαιξα και έκανα βόλτα, τις παραλίες όπου κολύμπησα και ψάρεψα, τους λόφους όπου πήγα για κυνήγι, να δω να τα πατούν ξένα πόδια. Μερικοί θα πουν ότι είναι ακραία η θέση αυτή, αλλά συναισθηματικά, πραγματικά δε θα μπορούσα να αντέξω ένα τέτοιο ταξίδι. Προτιμώ να διατηρώ στη μνήμη μου την εικόνα που θυμάμαι από το 1964 και πιο πριν και να ζω με τις αναμνήσεις που έχω από το νησί μου αυτό.

Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι όταν πρωτοξεκίνησε το σχολείο. Το ελληνικό σχολείο χτίστηκε το 1951, το 1952 λειτούργησε και εγώ πήγα πρώτη δημοτικού το '52. Και μάλιστα δεν πήγα κατευθείαν στο ελληνικό σχολείο, πήγα για λίγους μήνες στο τουρκικό που βρισκόταν στην ελληνική συνοικία. Επειδή δεν είχε λειτουργήσει ακόμη το ελληνικό σχολείο μάς υποχρέωσαν μερικούς μήνες, Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και μέχρι τις γιορτές να πάμε στο τουρκικό γιατί είχαμε συμπληρώσει το όριο ηλικίας. Οι γονείς μου δε με πήγαν στο τουρκικό σχολείο, παρότι είχα συμπληρώσει το όριο ηλικίας, γιατί περιμένανε να γίνουν τα εγκαίνια του ελληνικού σχολείου. Αλλά στο τέλος η αστυνομία με ανάγκασε να παρακολουθήσω 3 μήνες στο τουρκικό σχολείο. Και άλλα παιδιά, άλλοι φίλοι μου Έλληνες πήγαν στην πρώτη δημοτικού στο τουρκικό σχολείο. Κάναμε Τουρκικά και είχαμε και μια δασκάλα ελληνίδα από την Κωνσταντινούπολη που μας έκανε Ελληνικά. Παιδικές εμπειρίες ανάμεικτες. Mαλώναμε με τα τουρκάκια, βρίζαμε ο ένας τον άλλον με τις γνωστές ύβρεις οι μεν και οι δε, μέχρι που γίνανε τα εγκαίνια τα Χριστούγεννα, όταν ήρθε ο μητροπολίτης μας Ίμβρου και Τενέδου, ο Μελίτων για να μας δει. Και ήταν η χαρά μας τεράστια. Ένα σχολείο εξατάξιο, εξαθέσιο επισήμως που είχε τότε 150 με 170 παιδιά.

ΕΡ. Τι πληθυσμό είχε η Τένεδος;

Για τα χρόνια που μιλάμε τώρα, το 1951-52, οι αριθμοί δεν είναι ακριβείς, η απογραφή δεν αποδίδει την πραγματικότητα. Δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία για τους Έλληνες, έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία μόνο για το συνολικό πληθυσμό. Λένε ότι γύρω στους 600 ήταν οι Έλληνες την εποχή εκείνη και περισσότεροι ήταν οι Τούρκοι. Όμως μέχρι το 1964 παρατηρείται μια αύξηση του ελληνικού πληθυσμού, που μέχρι το '64 φτάνει τους 1200 και 1500, ενώ οι Τούρκοι ήταν λιγότεροι, οι μισοί περίπου. Και φτάνουμε στο '74 και έπειτα από την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, οπότε αρχίζει ο ξεριζωμός των Ελλήνων. Και σήμερα μιλάμε για 20 μόνον Έλληνες που ζουν στο νησί. Και αυτοί υπερήλικες, οπότε κάποια στιγμή, με φυσικό τρόπο, δεν θα υπάρχει πια Έλληνας μόνιμος κάτοικος στην Τένεδο.

ΕΡ. Πώς ήταν η ζωή σας στο νησί;

Τα χρόνια εκείνα (1951-55) ήταν πάρα πολύ καλά. Και με τους Τούρκους καλά τα πηγαίναμε, γιατί, όπως ξέρετε, η ζωή μας και στην Ίμβρο και στην Τένεδο ακολουθεί τις διακυμάνσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Όποτε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσω του κυπριακού έφταναν σε μια οξυμένη κατάσταση, εμείς ήμασταν εκείνοι που πληρώναμε το τίμημα. Τρεις είναι οι χρονολογίες οι σημαντικές της νεότερης ιστορίας της Τενέδου που μας σημάδεψαν: 1955, 1964 και 1974. Μέχρι το '55 μπορώ να πω ότι τα πράγματα ήταν ήρεμα. Με τους Τούρκους υπήρχε επικοινωνία, πάντα βέβαια αυτή η λυκοφιλία, δεν μπορεί να είναι ειλικρινείς μαζί μας, πάντα υπήρχε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία αλλά μόνον θα έλεγα επιφανειακά και υποκριτικά.

Μέχρι που συμβαίνουν τα γεγονότα του '55 στην Κωνσταντινούπολη με τους γνωστούς βανδαλισμούς. Στην Τένεδο ήταν διάχυτη η φήμη ότι οι ορδές των βανδάλων ήταν έτοιμες να εισβάλουν και στην Τένεδο. Τους περιμέναμε. Και μάλιστα οι Τενεδιοί ήταν έτοιμοι με κατάλληλη υποδοχή να τους δεχτούν. Αλλά επικράτησαν τελικά φαίνεται πιο ψύχραιμες και πιο συνετές σκέψεις και η επιδρομή δεν έγινε. Τους περιμέναμε. Το θυμάμαι σαν να είναι τώρα αυτό. Πάρα πολλοί Έλληνες είναι κυνηγοί, έχουν κυνηγετικά όπλα και θυμάμαι φτιάχναμε στο σπίτι βόλια, γιατί και τα σκάγια ακόμη τα φτιάχναμε στο σπίτι με παραδοσιακό τρόπο, δεν τα αγοράζαμε. Με ένα ειδικό τενεκεδάκι το οποίο ήταν τρύπιο ειδικά φτιάχναμε τα σκάγια. Και θυμάμαι και ο πατέρας μου και ο θείος μου έφτιαχναν βόλια που δεν ταιριάζανε ούτε για λαγούς, ούτε για πέρδικες, ούτε για αγριοπερίστερα. Και λέω τι είναι αυτά, για αγριογούρουνα; Αλλά η Τένεδος δεν έχει αγριογούρουνα. Και ήταν βόλια σε μέγεθος ρεβιθιού. Και από τη συζήτηση που άκουσα κλεφτά, κατάλαβα ότι περίμεναν να υποδεχτούν τους Τούρκους που θα ερχόντουσαν από την απέναντι μικρασιατική παραλία. Τελικά δεν ήρθαν, φαίνεται ότι κατάλαβαν τι τους περίμενε.

Οι Τούρκοι πίστευαν πως όταν έρθουν στην Τένεδο θα κάνουν περίπατο, όπως έκαναν περίπατο στη λεωφόρο του Πέραν και σε άλλους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, όταν έκαναν εκείνες τις πολιτισμένες ενέργειες, τους βανδαλισμούς, που κατέστρεψαν τις ελληνικές περιουσίες, τους οποίους δυστυχώς τους έχουν ξεχάσει μερικοί. Και δεν ήρθαν. Αλλά αργότερα, μετά το '55, άρχισαν να εκδηλώνουν την τρομοκρατία τους με πράξεις βίας, εκφοβισμούς, ξυλοδαρμούς και άλλες τέτοιες ενέργειες που είχαν σκοπό να μας εκφοβίσουν και να μας κάνουν να φύγουμε από την Τένεδο. Και μας το έλεγαν και ευθαρσώς.

Η οικογένειά μου είχε και προσωπική εμπειρία από την τουρκική βαρβαρότητα. Δεν θα ήθελα να πω συγκεκριμένα, γιατί δεν είναι και τόσο ευχάριστο αυτό να το θυμάμαι. Ο πατέρας μου έπεσε θύμα της τουρκικής βαρβαρότητας με ξυλοδαρμούς κτλ. χωρίς αφορμή. Θυμάμαι πήγαινα στο δημοτικό, 5η-6η δημοτικού, όταν έγιναν εκείνα τα έκτροπα. Και έχουν σφραγίσει την ψυχή μου την παιδική από εκείνα τα χρόνια. Για αυτό και την ελληνοτουρκική συνύπαρξη την βλέπω με συναισθηματική χροιά, δεν μπορώ να την δω με τον ρεαλισμό που την βλέπουν συνήθως οι πολιτικοί.

Αυτό γίνεται μέχρι το '64, οπότε γίνεται και η οριστική λύση του προβλήματος που ήθελαν οι Τούρκοι, δηλαδή συγκεκριμένα να μας εκδιώξουν χωρίς βέβαια να φανεί ότι μας διώχνουν οι ίδιοι αλλά να εξαναγκαστούμε να φύγουμε, γιατί οι Τενεδιοί ήταν όλοι Τούρκοι υπήκοοι και συνεπώς δεν είχαν το δικαίωμα να μας απελάσουν, άρα έπρεπε να φοβηθούμε και να φύγουμε. Και πράγματι από το '64 και έπειτα αρχίζει η γενικότερη φυγή του ελληνικού πληθυσμού που ολοκληρώθηκε μέχρι το '74. Οι γονείς μου συγκεκριμένα έφυγαν το '74. Εγώ έφυγα το '64, εκείνοι ήρθαν το '74, έμειναν μέχρι τότε και πέρασαν πάρα πολύ δύσκολα, παρόλο που η οικονομική κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται πάρα πολύ. Οι άνθρωποι είχαν βελτιώσει πολύ το βιοτικό τους επίπεδο, τα σταφύλια και τα κρασιά μας είχαν καλές τιμές, ήταν πολύ γνωστά στη μικρασιατική ακτή, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη και στο εξωτερικό ακόμη. Αλλά μόλις έφτασε η Τένεδος να ζει καλά, ικανοποιητικά, ταυτόχρονα υπήρξε και ο αφελληνισμός της, ο ξεριζωμός του ελληνικού πληθυσμού.

Τα ελληνικά σχολεία καταργηθήκανε, όπως και στην Ίμβρο, το Σεπτέμβριο του '64. Το Σεπτέμβριο του '64 δεν υπήρχε ελληνικό σχολείο. Βέβαια εμείς Γυμνάσιο δεν είχαμε, δημοτικό μόνον είχαμε, το οποίο το κλείσανε. Και μάλιστα τη χρονιά εκείνη, τον Οκτώβριο του '64 ήτανε έτοιμοι οι Έλληνες να κάνουν τα εγκαίνια ενός νηπιαγωγείου. Αλλά δεν προλάβαμε. Τα έκαναν οι Τούρκοι τα εγκαίνια, το δήμευσαν χωρίς να προλάβουμε εμείς να μπούμε μέσα. Το ελληνικό σχολείο το πήραν, ενώ το παλιό ελληνικό σχολείο, αυτό που υπήρχε επί ελληνικής διοίκησης, πριν το 1923 δηλαδή, σήμερα είναι ξενοδοχείο. Σε αυτό το σχολείο πήγα πρώτη δημοτικού 2-3 μήνες, ένα παλιό κτίριο με αρχιτεκτονική νησιώτικη, που σήμερα είναι ξενοδοχείο.

Η θρησκεία έπαιξε καθοριστικό ρόλο πράγματι. Και αν ήταν οι Έλληνες, Έλληνες, εκεί το οφείλουμε, γιατί δεν είχαμε σχολεία. Να σκεφτείτε ότι από το '23 μέχρι το '51 δεν υπήρχε ελληνική εκπαίδευση στην Τένεδο. Βέβαια επιτρεπόταν σύμφωνα με το νόμο του 1927 να παραδίδει κάποιος δάσκαλος εγκεκριμένος από την τουρκική διοίκηση, με επιβάρυνση των γονιών, ελληνικά μαθήματα. Βρέθηκαν κάποιοι δάσκαλοι που έκαναν μαθήματα, αλλά βέβαια δεν μπορούσε αυτό να καλύψει τις ανάγκες των Ελλήνων για μόρφωση και να μάθουν καλά τη γλώσσα τους. Συνεπώς η εκκλησία έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όχι μόνο για να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους αλλά και τη γλώσσα τους. Και μάλιστα οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι δεν ήξεραν και πολύ καλά Τούρκικα και δυσκολεύονταν να επικοινωνήσουν. Και εμείς βέβαια δεν ήμασταν πολύ καλοί στα Τούρκικα, για αυτό και πάντοτε θυμάμαι στο δημοτικό, όταν κάναμε Τούρκικα, η βαθμολογία μας ήταν ξυλοδαρμός από τον δάσκαλο. Με τη σειρά, αδιακρίτως μας χτυπούσε επειδή δεν ξέραμε το μάθημά μας. Δεν καταλαβαίναμε τα Τούρκικα. Να σκεφτείτε ότι τα βιβλία μας ήταν τα ίδια με εκείνα που είχαν τα τουρκόπουλα. Και φυσικό ήτανε. Ακούγαμε μερικές λέξεις, αλλά το νόημα δεν το πιάναμε. Ούτε την Ιστορία, ούτε τη Γεωγραφία, ούτε την Πατριδογνωσία.

ΕΡ. Για γυμνάσιο πού πηγαίνατε;

Όσοι θέλανε να συνεχίσουν στο γυμνάσιο, είτε πηγαίνανε στην Ίμβρο ή στην Κωνσταντινούπολη. Εγώ πήγα στην Ίμβρο, στο γυμνάσιο της Ίμβρου, που τότε το λέγανε "ημιγυμνάσιο". Και στη συνέχεια πήγα στο λύκειο, στη Μεγάλη Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί τελείωσα το '63. Μεγαλοσχολίτης είμαι, ναι. Το '64 καταργούνται στην Τένεδο τα σχολεία τα ελληνικά και τότε τα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν αποκλειστικά Τούρκικα. Και μάλιστα πολλά δεν μπορούσαν να μιλήσουν τη γλώσσα τους την ελληνική γιατί όλα τα μαθήματα ήταν μόνο στα Τούρκικα. Ενώ σε μας τα μαθήματα ήταν και στα Ελληνικά και στα Τούρκικα. Αν θέλετε να μάθετε τι μαθήματα κάναμε τότε στο δημοτικό, κάναμε Ελληνικά, Μαθηματικά, Φυσικά, Θρησκευτικά και Γαλλικά εμείς στην Τένεδο. Και Τουρκικά, τουρκική γλώσσα και τουρκικό πολιτισμό. Όταν λέμε τουρκικό πολιτισμό εννοούμε Ιστορία, Γεωγραφία, Πατριδογνωσία. Όλα αυτά εννοείται από τούρκους δασκάλους στην τουρκική γλώσσα, ενώ τα άλλα από έλληνες δασκάλους στα Ελληνικά.

ΕΡ. Για το 1974 τι έχετε να μας πείτε;

Το '74, από ό,τι θυμάμαι και μου έχουν αφηγηθεί, ήταν πάρα πολύ δύσκολη η εποχή αυτή, γιατί τους είχαν μαζέψει τους Έλληνες σε κάποιο χώρο για να τους φυλάξουν, αλλά υπήρχε η φήμη ότι στην πρώτη ευκαιρία θα έπεφταν θύματα αυτοί οι άνθρωποι αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά. Βέβαια εγώ δεν πιστεύω ότι θα το έκαναν αυτό οι Τούρκοι. Οι Τούρκοι πάντα καταφεύγουν στην τρομοκρατία, πάντα εκφοβίζουν, πάντα προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τον ανθρώπινο φόβο για να πετύχουν τους πολιτικούς και άλλους στόχους τους. Και το πέτυχαν αυτό. Δεν έκαναν σοβαρά πράγματα σε μας και αλλού, όπου επεκράτησαν. Απλώς και μόνο που άκουγε ο κόσμος Τούρκος, ήταν αρκετό για να εγκαταλείψει το νησί και να βρει την ησυχία του. Τόσο πολύ που παροιμιώδης είναι η έκφραση "Τούρκος" στους τουρκοκρατούμενους Έλληνες. Ακόμη και μια πληγή να ερεθιζόταν περισσότερο, "έγινε Τούρκος" η πληγή έλεγε η γιαγιά μου, μάτωσε. Θα γίνω Τούρκος, θα θυμώσω, θα γίνω κακός.

Όλα αυτά δείχνουν πως οι Έλληνες από το φόβο τους εγκατέλειψαν το νησί τους. Βέβαια είχαμε και συγκεκριμένες συμπεριφορές των Τούρκων, με ξυλοδαρμούς, εκφοβισμούς, με σπασίματα τζαμιών, πέρα από την κατάργηση της εκπαίδευσης, που νομίζω ότι ήτανε και το σημαντικότερο χτύπημα που επέφεραν στην ελληνική κοινότητα.

ΕΡ. Οικονομικά πώς ήταν η θέση των Ελλήνων;

Ναι, στην Τένεδο κρατούσαμε την οικονομία. Τα περισσότερα καταστήματα ήταν ελληνικά, λίγοι ήταν οι Τούρκοι που είχαν καταστήματα. Οι τεχνίτες ήταν Έλληνες, οι αμπελουργοί οι περισσότεροι ήταν Έλληνες και γενικότερα η οικονομική ζωή ήταν στους Έλληνες. Οι Τούρκοι είχαν τη διοίκηση βέβαια, γιατί έτσι ήταν τα πράγματα και οι Έλληνες δεν μπορούσαν λόγω του γνωστού νόμου να αναλάβουν ηγετικά καθήκοντα. Αλλά οι άνθρωποι δεν ήξεραν και γράμματα για να αναλάβουν. Οι Τούρκοι δεν ήταν ντόπιοι, ήτανε εισαγόμενοι. Ήτανε από άλλες περιοχές της Τουρκίας, οι οποίοι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι, στα ταμεία, στα δικαστήρια, στη διοίκηση και λοιπά.

ΕΡ. Η συνθήκη της Λοζάννης τηρήθηκε;

Όχι βέβαια, όπως παραβιάστηκε στην Ίμβρο, παραβιάστηκε και στην Τένεδο. Αλλά και επισήμως από το '27, η τοπική διοίκηση και γενικά η αυτοδιοίκηση καταργήθηκε. Ο δήμαρχος διόριζε τους πάντες, τους δημοσίους υπαλλήλους και γενικότερα όσους είχαν σχέση με την δημόσια διοίκηση, και έδινε λόγο φυσικά στον υπουργό εσωτερικών που είχε και τον τελικό λόγο. Επομένως δεν υπήρξε συνθήκη της Λοζάννης ούτε στη διοίκηση, ούτε στην εκπαίδευση, ούτε και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Έμεινε μόνο στα χαρτιά. Και ακόμη και σήμερα οι Τούρκοι ισχυρίζονται ότι την εφαρμόζουν και την τηρούν. Βέβαια μόνο θεωρητικά. Στην πράξη η συνθήκη της Λοζάννης δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

ΕΡ. Ποια είναι η γνώμη σας για την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε.;

Κοιτάξτε, εμείς οι τουρκοκρατούμενοι Έλληνες, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ελληνοτουρκική φιλία τις βλέπουμε λίγο συναισθηματικά. Για αυτό και η γνώμη μας δεν νομίζω ότι μετράει πολύ. Όχι γιατί είμαστε κατά της ελληνοτουρκικής φιλίας ή κατά της ένταξης. Αλλά επειδή δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στις τουρκικές διακηρύξεις περί καλής γειτονίας, περί ειρήνης και συνεργασίας μεταξύ των λαών, γιατί έχουμε βιώματα βαθιά ριζωμένα μέσα μας, τα οποία δε μας επιτρέπουν να έχουμε ελπίδες και να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον. Θέλετε να φέρουμε συγκεκριμένο παράδειγμα για τη σημερινή συμπεριφορά της Τουρκίας; Δεν ξέρω πραγματικά αν μπορεί κάποιος να εξηγήσει στην ευρωπαϊκή και στην ελληνική κοινότητα, πώς μια χώρα υποψήφια για ένταξη, η οποία διακαώς επιθυμεί να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή ένωση, παραβιάζει κατάφωρα τον εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα μιας άλλης χώρας, μέλους της ΕΕ. Δεν ξέρω αν μετά από αυτήν τη συμπεριφορά και τη συμπεριφορά της Ευρώπης, η οποία εθελοτυφλεί σε αυτήν την στάση της Τουρκίας, μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον. Βέβαια, η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας είναι ανεπιφύλαχτα υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, γιατί πιστεύουν ότι μέσα στην ευρωπαϊκή οικογένεια θα επιλυθούν οι ελληνοτουρκικές διαφορές και θα επέλθει ειρήνευση μεταξύ των δύο χωρών. Δεν είναι απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο. Το ερώτημα είναι με τι τίμημα θα πραγματοποιηθεί αυτή η συνύπαρξη των δύο λαών.

ΕΡ. Πώς σας αντιμετώπισε η Ελλάδα όταν ήλθατε εδώ;

Εγώ δεν έχω πρόβλημα με το ελληνικό κράτος, άλλωστε πήρα υποτροφία από το ελληνικό κράτος και ήρθα στην Ελλάδα και σπούδασα. Αλλά ως πρόσφυγες όταν ήρθαμε εδώ, δεν αντιμετωπιστήκαμε όπως θα 'πρεπε, διότι τότε είχαν έρθει και οι απελαθέντες από την Κωνσταντινούπολη το '64. Και πρέπει να δώσουμε και ελαφρυντικά στο ελληνικό κράτος που είχε να αντιμετωπίσει τόσα προβλήματα, και ένα από αυτό ήμασταν κι εμείς, με αποτέλεσμα να μην είναι και απόλυτα ικανοποιητική η συμπαράσταση που δεχτήκανε τότε από την Ελλάδα. Αλλά συναισθηματικά ήμασταν πολύ άνετα, γιατί βρισκόμασταν στην πατρίδα μας που πάντα ονειρευόμασταν και αυτό νομίζω ότι ήταν αρκετό. Και κάποιο παιδικό βίωμα που έχει σχέση -έστω και αν δεν έχει σχέση με την ερώτηση που μου κάνατε. Όταν συνέβαινε κακοκαιρία στο Αιγαίο, πάρα πολλά ψαράδικα των Ελλήνων νησιωτών ψαράδων, από τη Μυτιλήνη κυρίως, ερχόντουσαν να βρουν καταφύγιο στο λιμάνι της Τενέδου και εμείς κατεβαίναμε να καμαρώσουμε τις ελληνικές σημαίες. Οι Τούρκοι μάς έβλεπαν πάντα με φόβο και με ζήλια γιατί αγαπούσαμε περισσότερο την πατρίδα μας, την Ελλάδα από την Τουρκία.