ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

R : ρε
rafadan, rafıdan
= μελάτο αβγό, ρουφηχτό αβγό [μετγν. ελλ. ροφητόν > τουρκ.].
rapsodi
= ραψωδία [αρχ. ελλ. > γαλλ. rhapsodie > τουρκ.].
raşitik = ραχιτικός [ελλ. > γαλλ. rachitique > τουρκ.].
raşitizm = ραχιτισμός, ραχίτιδα [μετγν. ελλ. > γαλλ. rachitisme > τουρκ.].
reçina = ρετσίνα, είδος ελληνικού κρασιού [αρχ. ελλ. ρητίνη, μετγν. λατ. resina > νεοελλ. ρετσίνα > τουρκ.].
reosta
= ρεοστάτης (φυσ.) [ελλ. > γαλλ. rhéostat > τουρκ.].

retorik
= ρητορική [αρχ. ελλ. > γαλλ. rhétorique > τουρκ.].
ritim = ρυθμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. rythme > τουρκ.].
romatizma = ρευματισμός [αντιδ. αρχ. ελλ. ρευματισμός > γαλλ. rhumatisme > τουρκ., νεοελλ.].

S : σε
safir
= ζαφείρι [αντιδ. μετγν. ελλ. σάπφειρος > λατ. sapphirus > γαλλ. saphir > τουρκ., νεοελλ.].
safsata = σόφισμα [μετγν. ελλ. σοφιστεία > αραβ. > τουρκ.].
sahne = σκηνή [αρχ. ελλ. σκηνή > αραβ. > τουρκ.].
sako = πανωφόρι [αρχ. ελλ. σάκκος, σημιτικό δάνειο > λατ. saccus > ιταλ. sacco > τουρκ.].
salamandra = είδος σαύρας [αρχ. ελλ. σαλαμάνδρα > τουρκ.] || είδος θερμάστρας [αρχ. ελλ. σαλαμάνδρα > γαλλ. salamandre > τουρκ.].
saloz = αυτός που του έχει σαλέψει ο νους [αρχ. ελλ. σάλος (= τρικυμία, σεισμός) > μεσν. ελλ. σαλός > τουρκ.].

salya = σάλιο [αρχ. ελλ. σίαλος > μεσν. ελλ. σάλιο > τουρκ.].
salyangoz = σαλιγκάρι, σάλιαγκας, σαλιάγκος [μεσν. ελλ. σαλίγκας > τουρκ.].
sandal =
σάνταλο, είδος φυτού [μετγν. ελλ. σάνταλον, αγν. ετύμου > αραβ. > τουρκ.] || βάρκα [αρχ. ελλ. σανδάλιον, υποκορ. του σάνδαλον, αγν. ετύμου > τουρκ.] || σανδάλι, πέδιλο [αρχ. ελλ. σανδάλιον, υποκορ. του σάνδαλον, αγν. ετύμου > γαλλ. sandale > τουρκ.].
saprofit = σαπρόφυτο [ελλ. > γαλλ. saprophyte > τουρκ.].

sardun = είδος σκοινιού των ψαράδων [αρχ. ελλ. σαρδόνιον (= χλευαστικό γέλιο) > νεοελλ. σαρδόνι (= χοντρό και στενό σε πλάτος δίχτυ) > τουρκ.].
sarkom = σάρκωμα [μετγν. ελλ. > γαλλ. sarcome > τουρκ.].
sarpa = σάρπα (ιχθ.) [αρχ. ελλ. σάλπη > νεοελλ. σάρπα > τουρκ.].
sedir = κέδρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. cèdre > τουρκ.].
semafor = σηματοφόρος [ελλ. > γαλλ. sémaphore > τουρκ.].
semantik = σημαντική, σημασιολογία [αρχ. ελλ. σημαντική > γαλλ. sémantique > τουρκ.].
sembol = σύμβολο [αρχ. ελλ. > γαλλ. symbole > τουρκ.].
sembolizm = συμβολισμός [ελλ. > γαλλ. symbolisme > τουρκ.].
semer = σαμάρι [μετγν. ελλ. σαγμάριον > μεσν. ελλ. σαμάρι > τουρκ.].
semiyoloji = σημειολογία [ελλ. > γαλλ. sémiologie > τουρκ.].
semiyoloji
k = σημειολογικός [ελλ. > γαλλ. sémiologique > τουρκ.].
sempati = συμπάθεια [αρχ. ελλ. > γαλλ. sympathie > τουρκ.].
sempatik = συμπαθητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. sympatique > τουρκ.].
sempozyum = συμπόσιο [αρχ. ελλ. > γαλλ. symposium > τουρκ.].
semptom = σύμπτωμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. symptome > τουρκ.].

senaryo = σενάριο [αντιδ. αρχ. ελλ. σκηνή > λατ. scenarium, υποκορ. του scena > γαλλ. scénario, ιταλ. scenário > νεολλ., τουρκ.].
sendik =
σύνδικος [αρχ. ελλ. > γαλλ. syndic > τουρκ.].
sendika = συνδικάτο [αντιδ. αρχ. ελλ. σύνδικος > γαλλ. syndicat > τουρκ., νεοελλ.].
sendrom = σύνδρομο [αρχ. ελλ. σύνδρομος > γαλλ. syndrome > τουρκ.].
senfoni = συμφωνία (μουσ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. symphonie > τουρκ.].
senkretizm = συγκρητισμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. syncrétisme > τουρκ.].
senkron = σύγχρονος [μετγν. ελλ. > γαλλ. synchrone > τουρκ.].
senkronik = συγχρονικός [ελλ. > γαλλ. synchronique > τουρκ.].
sentagma = σύνταγμα (γλωσ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. syntagme > τουρκ.].
sentaks = σύνταξη (γλωσ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. syntaxe > τουρκ.].

sentetik = συνθετικό [αρχ. ελλ. > γαλλ. synthétique > τουρκ.].
sentez = σύνθεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. synthèse > τουρκ.].
septik = σκεπτικιστής [ελλ. > γαλλ. sceptique > τουρκ.].
septisizm = σκεπτικισμός [ελλ. > γαλλ. scepticisme > τουρκ.].
sepya = μελάνι σουπιάς και ζωγραφιά από μελάνι σουπιάς [αρχ. ελλ. σηπία > λατ. sepia > ιταλ. seppia > τουρκ.].
seramik = κεραμικός, κεραμικό [αρχ. ελλ. κέραμος > αρχ. ελλ. κεραμικός > γαλλ. céramique > τουρκ.].
sfenks = σφίγγα [αρχ. ελλ. σφίγξ > γαλλ. sphinx > τουρκ.].
sınır = σύνορο [νεοελλ. σύνορο, ουδ. του αρχ. ελλ. σύνορος > τουρκ.].
sınırdaş = αυτοί που έχουν κοινά σύνορα [νεοελλ. σύνορο, ουδ. του αρχ. ελλ. σύνορος + τουρκ. -daş > τουρκ.].
sınırlı = οριοθετημένος || οριακός [νεοελλ. σύνορο, ουδ. του αρχ. ελλ. σύνορος + τουρκ. - > τουρκ.].
sıra = σειρά [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
sırma = λεπτό ασημένιο σύρμα [αρχ. ελλ. σύρμα > τουρκ.].
sırmakeş = ο κατασκευαστής σύρματος [αρχ. ελλ. σύρμα + περσ. -keş > τουρκ.].
sırmalı = συρματόπλεκτος [αρχ. ελλ. σύρμα + τουρκ. - > τουρκ.].
sideroz = ανθρακικός σίδηρος [αρχ. ελλ. σίδηρος > γαλλ. sidérose > τουρκ.].
sifon = σίφων [αρχ. ελλ. > γαλλ. siphon > τουρκ.].
siklamen = κυκλάμινο [μετγν. ελλ. κυκλάμινος > γαλλ. cyclamen > τουρκ.].
siklon = κυκλώνας [αντιδ. αρχ. ελλ. κύκλος > γαλλ. cyclone > τουρκ., νεοελλ.].
silindir = κύλινδρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. cylindre > τουρκ.].
silindiraj = κυλίνδρωση [αρχ. ελλ. κύλινδρος + γαλλ. -age > γαλλ. cylindrage > τουρκ.].
silindirsel = κυλινδρικός [αρχ. ελλ. κύλινδρος > γαλλ. cylindre + τουρκ. -sel > τουρκ.].
simetri = συμμετρία [αρχ. ελλ. > γαλλ. symétrie > τουρκ.].
simetrik = συμμετρικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. symétrique > τουρκ.].
simetrisiz = ασύμμετρος [αρχ. ελλ. συμμετρία + τουρκ. -siz > τουρκ.].
simit = σιμίτι, κουλλούρι [αντιδ. αρχ. ελλ. σεμίδαλις > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ. σιμίτι].

sinagog = συναγωγή [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
sinarit = συναγρίδα [αρχ. ελλ. συναγρίς > τουρκ.].
sinema
= κινηματογράφος [αντιδ. αρχ. ελλ. κίνημα + γράφω > γαλλ. cinématographe και συντετμ. cinéma > τουρκ., νεοελλ. σινεμά].
sinematik = κινηματική [ελλ. > γαλλ. cinématique > τουρκ.].
sinematograf = κινηματογράφος [ελλ. > γαλλ. cinématographe > τουρκ.].

sinematografik
= κινηματογραφικός [ελλ. > γαλλ. cinématographique > τουρκ.].
sinerji = συνεργασία [μετγν. ελλ. > γαλλ. synergie > τουρκ.].
sinestezi = συναισθησία [ελλ. > γαλλ. synésthésie > τουρκ.].
sini = σινί, μεγάλο χάλκινο ταψί [μετγν. ελλ. σινίον > περσ. > τουρκ.].
sinik = κυνικός (φιλοσ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. cynique > τουρκ.].
sinizm, kinizm = κυνισμός (φιλοσ.) [μετγν. ελλ. > γαλλ. cynisme > τουρκ.].
sinonim = συνώνυμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. synonyme > τουρκ.].

siroz = κίρρωση ήπατος [ελλ. > γαλλ. cirrhose > τουρκ.].
sirtaki = συρτάκι [αρχ. ελλ. συρτός > νεοελλ. συρτάκι > τουρκ.].
sirto = συρτός χορός [αρχ. ελλ. συρτός > τουρκ.].
sismik = σεισμικός [νεοελλ. > γαλλ. sismique > τουρκ.].
sismograf = σεισμογράφος [ελλ. > γαλλ. sismographe > τουρκ.].
sismolog = σεισμολόγος [ελλ. > γαλλ. sismologue > τουρκ.].
sismoloji = σεισμολογία [ελλ. > γαλλ. sismologie > τουρκ.].
sistem = σύστημα [αρχ. ελλ. > γαλλ. système > τουρκ.].
sistematik = συστηματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. systématique > τουρκ.].
sistire = ξύστρα [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
sistit = κυστίτιδα [ελλ. > γαλλ. cystite > τουρκ.].
sistol = συστολή της καρδιάς [μετγν. ελλ. συστολή > γαλλ. systole > τουρκ.].
siyatik = ισχιαλγία [ελλ. > γαλλ. sciatique > τουρκ.].
skandal = σκάνδαλο [μετγν. ελλ. > γαλλ. scandale > τουρκ.].
skleroz = σκλήρυνση [νεοελλ. > γαλλ. sclérose > τουρκ.].
skolastik = σχολαστικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. scolastique > τουρκ.].
sofist = σοφιστής [αρχ. ελλ. > αγγλ. sophist > τουρκ.].
sofistike = αφύσικος || νοθευμένος [αντιδ. αρχ. ελλ. σοφιστικός > μεσν. λατ. sophisticus > γαλλ. sophistiqué > νεοελλ. σοφιστικέ, τουρκ.].
sofizm = σόφισμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. sophisme > τουρκ.].
somata = σουμάδα, αναψυκτικό από γαλάκτωμα αμυγδάλου [πιθ. ινδ. σόμα (= είδος ποτού, θεϊκό ελιξίριο) + -άδα > νεοελλ. σουμάδα > τουρκ. ή *σουμάδι (= σημάδι, δηλαδή ένα συμβολικό δώρο του γαμπρού προς τη νύφη, μετά το οποίο ακολουθούσε αμέσως ένα κέρασμα με το ποτό σουμάδα) > σουμάδα. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
somun = στρογγυλό φουσκωτό ψωμί, καρβέλι [μεσν. ελλ. ψωμί(ν), υποκορ. του αρχ. ελλ. ψωμός (= κομμάτι ψωμιού) > τουρκ.].
sorit = σωρείτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. sorite > τουρκ.].
spastik = σπαστικός [ελλ. > γαλλ. spastique > τουρκ.].
spazm = σπασμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. spasme > τουρκ.].

sperma = σπέρμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. sperme > τουρκ.].
spor = σπόριο [αρχ. ελλ. σπόρος > γαλλ. spore > τουρκ.].
stadya = σταδία [αρχ. ελλ. στάδιος > γαλλ. stadia > τουρκ.].
stadyum = στάδιο [αρχ. ελλ. > λατ. stadium > τουρκ.].
stalagmit
= σταλαγμίτης [ελλ. > γαλλ. stalagmite > τουρκ.].
stalaktit = σταλακτίτης [ελλ. > γαλλ. stalactite > τουρκ.].
statik = στατικός, στατική [αρχ. ελλ. > γαλλ. statique > τουρκ.].
stenografi = στενογραφία [ελλ. > γαλλ. sténographie > τουρκ.].
stenotip = μηχανή στενογραφίας, "στενοτυπία" [ελλ. > γαλλ. sténotype > τουρκ.].
stereofonik = στερεοφωνικός [ελλ. > γαλλ. stéréophonique > τουρκ.].
stereografi = στερεογραφία [ελλ. > γαλλ. stéréographie > τουρκ.].
stereoskop = στερεοσκόπιο [ελλ. > γαλλ. stéréoscope > τουρκ.].
stereotipi = στερεοτυπία [ελλ. > γαλλ. stéréotypie > τουρκ.].
stetoskop = στηθοσκόπιο [ελλ. > γαλλ. stéthoscope > τουρκ.].
stoacılık = στωικισμός [αρχ. ελλ στοά + τουρκ. -cılık > τουρκ.].
strateji = στρατηγική [αρχ. ελλ. > γαλλ. stratégie > τουρκ.].
streptokok = στρεπτόκοκκος [ελλ. > γαλλ. streptocoque > τουρκ.].
striknin = στρυχνίνη [αντιδ. μετγν. ελλ. στρύχνος > γαλλ. strychnine > τουρκ., νεοελλ.].
susam = σουσάμι [αρχ. ελλ. σήσαμον, σημιτικό δάνειο > νεοελλ. σουσάμι > τουρκ.].
sübye = σουπιά [αρχ. ελλ. σηπία > νεοελλ. σουπιά > τουρκ.].

süline = σωλήνα, θαλάσσιο μαλάκιο [αρχ. ελλ. σωλήν > τουρκ.].
sünger = σφουγγάρι [μετγν. ελλ. σπογγάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. σπόγγος > νεοελλ. σφουγγάρι > τουρκ.].
sürü = κοπάδι, σωρός [αρχ. ελλ. > τουρκ.].

Ş : σε παχύ
şamandıra
= σημαδούρα [νεοελλ. > τουρκ.].
şapşal = ανόητος || άκομψη εμφάνιση [αρχ. ελλ. σήψις > *σηψαλός > νεοελλ. σάψαλος > τουρκ.].
şayak = σαγιάκι, χοντρό μάλλινο ύφασμα [μεσν. ελλ. σαγίον, υποκορ. του μετγν. ελλ. σάγος (= χοντρός μανδύας) > νεοελλ. σαγιάκι > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη το σαγιάκι είναι τουρκική λέξη. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας].
şema = σχήμα, σχέδιο, διάγραμμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. schéma > τουρκ.].
şırınga = σύριγγα [αρχ. ελλ. σύριγξ > ιταλ. siringa > τουρκ.].
şimiotaksi
= χημειοτακτισμός [ελλ. > γαλλ. chimiotaxie > τουρκ.].
şimiotropizm = χημειοτροπισμός [ελλ. > γαλλ. chimiotropisme > τουρκ.].
şinik = σοινίκι, μέτρο δημητριακών [μετγν. ελλ. χοινίκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. χοίνιξ > νεοελλ. σοινίκι > τουρκ.].
şist = σχιστόλιθος [ελλ. > γαλλ. schiste > τουρκ.].
şizofreni = σχιζοφρένεια [ελλ. > γαλλ. schizophrénie > τουρκ.].


T : τε
takimetre
= ταχύμετρο [ελλ. > γαλλ. tachymètre > τουρκ.].
takograf = ταχογράφος [ελλ. > αγγλ. tachograph > τουρκ.].

takometre
= ταχύμετρο [ελλ. > αγγλ. tachometer > τουρκ.].
taksi = ταξί, αγοραίο [αρχ. ελλ. τάξις + μέτρον > γαλλ. taximètre, συντετμ. taxie > τουρκ.].
taksimetre = ταξίμετρο [αρχ. ελλ. τάξις + μέτρον > γαλλ. taximètre > τουρκ.].
taksonomi = ταξινομία [ελλ. > γαλλ. taxonomie > τουρκ.].
taktik = τακτική [αρχ. ελλ. > γαλλ. tactique > τουρκ.].

talaz = τρικυμία [αρχ. ελλ. θάλασσα > νεοελλ. θάλασσα (= θαλασσοταραχή, φουρτούνα) > τουρκ.].
tarhana = τραχανάς [μετγν. ελλ. τραγανός > περσ. > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
taşikardi = ταχυκαρδία [ελλ. > γαλλ. tachycardie > τουρκ.].

tayfun = τυφώνας [αρχ. ελλ. > αγγλ. typhoon > τουρκ.].
tayın =
σιτηρέσιο, μερίδα τροφής [αρχ. ελλ. ταγήν, αιτ. του ταγή > αραβ.> τουρκ.].
teizm = θεϊσμός [ελλ. > γαλλ. théisme > τουρκ.].

teknik = τεχνική, τεχνικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. technique > τουρκ.].
tekniker = τεχνικός [αρχ. ελλ. > γερμ. techniker > τουρκ.].
teknisyen = τεχνικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. technicien > τουρκ.].
teknokrasi = τεχνοκρατία [ελλ. > αγγλ. technocracy > τουρκ.].
teknokrat = τεχνοκράτης [ελλ. > γαλλ. technocrate > τουρκ.].
teknoloji = τεχνολογία [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. technologie > τουρκ., νεοελλ.].
teknolojik = τεχνολογικός [ελλ. > γαλλ. technologique > τουρκ.].
tektonik = τεκτονική [αρχ. ελλ. > γαλλ. tectonique > τουρκ.].
telefon = τηλέφωνο [ελλ. > γαλλ. téléphone > τουρκ.].
telefotografi = τηλεφωτογραφία [ελλ. > γαλλ. téléphotographie > τουρκ.].
telekinezi = τηλεκινησία [ελλ. > γαλλ. télékinésie > τουρκ.].
teleoloji = τελεολογία [ελλ. > γαλλ. téléologie > τουρκ.].

teleolojik
= τελεολογικός [ελλ. > γαλλ. téléologique > τουρκ.].
telepati = τηλεπάθεια [ελλ. > γαλλ. télépathie > τουρκ.].

telepatik
= τηλεπαθητικός [ελλ. > γαλλ. télépathique > τουρκ.].
teleskobik = τηλεσκοπικός [ελλ. > γαλλ. téléscopique > τουρκ.].
teleskop = τηλεσκόπιο [ελλ. > γαλλ. téléscope > τουρκ.].

telfin = κομμάτι του ψαριού τορίκι, που προορίζεται για λακέρδα [μετγν. ελλ. δελφίν (δελφίνι || ναυτικό εργαλείο) > τουρκ.].
telgraf = τηλέγραφος [ελλ. > γαλλ. télégraphe > τουρκ.].
tem, tema = θέμα [αρχ. ελλ. θέμα > γαλλ. thème > τουρκ.].
tematik = θεματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. thématique > τουρκ.].
temel = θεμέλιο [αρχ. ελλ. θεμέλιος > τουρκ.].
temelli = μόνιμος, σταθερός [αρχ. ελλ. θεμέλιος + τουρκ. -li > τουρκ.].
tenya = ταινία, παρασιτικό σκουλήκι [αρχ. ελλ. ταινία > τουρκ.].

teogoni
= θεογονία [αρχ. ελλ. > γαλλ. théogonie > τουρκ.].
teokrasi = θεοκρατία [μετγν. ελλ. > γαλλ. théocratie > τουρκ.].
teokratik = θεοκρατικός [ελλ. > γαλλ. théocratique > τουρκ.].
teoloji = θεολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. théologie > τουρκ.].

teolojik
= θεολογικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. théologique > τουρκ.].
teorem = θεώρημα [αρχ. ελλ. > γαλλ. théorème > τουρκ.].
teori = θεωρία [αρχ. ελλ. > γαλλ. théorie > τουρκ.].

teorik
= θεωρητικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. théorique > τουρκ.].
terapi = θεραπεία [αρχ. ελλ. > γαλλ. thérapie > τουρκ.].
terementi = τρεμεντίνα, τερεβινθίνη [νεοελλ. τρεμεντίνα > τουρκ.].
termal = θερμό ιαματικό νερό [αρχ. ελλ. θερμός > γαλλ. thermal
> τουρκ.].
termik = θερμικός [ελλ. > γαλλ. thermique > τουρκ.].
termodinamik = θερμοδυναμική [ελλ. > γαλλ. thermodynamique > τουρκ.].
termoelektrik = θερμοηλεκτρικός [ελλ. > γαλλ. thermoéléctrique > τουρκ.].
termograf = θερμογράφος [ελλ. > γαλλ. thermographe > τουρκ.].
termokimya = θερμοχημεία [ελλ. > τουρκ.].
termometre = θερμόμετρο [ελλ. > γαλλ. thermomètre > τουρκ.].
termos = θερμός (ειδικό δοχείο) [αντιδ. αρχ. ελλ. θερμός > αγγλ., γαλλ. thermos > τουρκ., νεοελλ.].
termosifon
= θερμοσίφωνας [ελλ. > γαλλ. thermosiphone > τουρκ.].
termostat = θερμοστάτης [ελλ. > γαλλ. thermostat > τουρκ.].
tetanos = τέτανος [αρχ. ελλ. > γαλλ. tétanos > τουρκ.].
tez = εργασία υποβαλλόμενη σε εκπαιδευτικό ίδρυμα [αρχ. ελλ. θέσις > γαλλ. thèse > τουρκ.].
tılsım = υπερφυσική, μαγική δύναμη [μεσν. ελλ. τέλεσμα (= τελετή, μυστήριο) > αραβ. > τουρκ.].
tırpan = δρεπάνι [μετγν. ελλ. δρεπάνιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. δρέπανον > τουρκ.].
tifo = τύφος [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
tifüs = τύφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. typhus > τουρκ.].
tip = είδος || πρότυπο [αρχ. ελλ. τύπος > γαλλ. type > τουρκ.].
tipografi = τυπογραφία [νεοελλ. > γαλλ. typographie > τουρκ.].
tipografya = τυπογραφία [νεοελλ. > τουρκ.].

tipoloji
= τυπολογία [ελλ. > γαλλ. typologie > τουρκ.].
tiran = τύραννος, αυταρχικός [αρχ. ελλ. τύραννος > γαλλ. tyran > τουρκ.].
tirfil = τριφύλλι [μετγν. ελλ. τριφύλλιον > νεοελλ. > τουρκ.].
tirhandil = τρεχαντήρι [μετγν. ελλ. τροχαντήριον, υποκορ. του τροχαντήρ, με παρετυμολ. επίδραση του τρέχω > νεοελλ. τρεχαντήρι > τουρκ.].

tirhos = σαρδέλα [αρχ. ελλ. τριχία > τουρκ.].
tiryaki = θεριακλής, ο εξαρτημένος από διάφορες ουσίες [πιθ. μετγν. ελλ. θηριακή > περσ. > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη και η λέξη θηριακή προέρχεται από την περσική].

titan = τιτάνας [αρχ. ελλ. Τιτάν > γαλλ. titan > τουρκ.].
tiyatro = θέατρο [αρχ. ελλ. > ιταλ. teatro > τουρκ.].

toksikoloji
= τοξικολογία [ελλ. > γαλλ. toxicologie > τουρκ.].
toksikoman
= τοξικομανής [ελλ. > γαλλ. toxicomane > τουρκ.].
toksin = τοξίνη
[ελλ. > γαλλ. toxine > τουρκ.].
tomar = τομάρι || σωρός [αρχ. ελλ. τόμος > μετγν. ελλ. τομάριον > αραβ. > τουρκ.].
tomografi = τομογραφία [ελλ. > γαλλ. tomographie > τουρκ.].
ton = τόνος (μουσ., γραμμ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. ton > τουρκ.] || είδος ψαριού, τόνος [αρχ. ελλ. θύννος > λατ. tunnus > ιταλ. tonno, γαλλ. thon > νεοελλ. τόνος > τουρκ.].
tonik = τονικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. tonique > τουρκ.].
tonoz
= θόλος [αρχ. ελλ. θόλος > τουρκ., με παραφθορά].
topaz = τοπάζι [μετγν. ελλ. τοπάζιον, αγν. ετύμου > γαλλ. topaze > τουρκ.].
topografya
= βλ. topoğrafya
topoğrafya =
τοπογραφία [μετγν. ελλ. > γαλλ. topographie, ιταλ. topografia > τουρκ.].

toponimi
= τοπωνυμία [ελλ. > γαλλ. toponymie > τουρκ.].
torik = τορίκι, είδος παλαμίδας [αντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. ταρίχη, πληθ. του τάριχος (= ταριχευμένο, παστό) αγν. ετύμου > τουρκ. > νεοελλ. τορίκι ή ρίκι (νομίζοντας ότι η συλλαβή < το > αποτελεί άρθρο!). Επειδή συνήθιζαν να παστώνουν και να κάνουν λακέρδα ένα συγκεκριμένο είδος παλαμίδας, φαίνεται ότι ονομάστηκε και η παλαμίδα τάριχος. Κατ' άλλη άποψη τουρκ. > νεοελλ. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας].
torna = τόρνος [αρχ. ελλ. > ιταλ. tórnio > τουρκ.].
tragedya = τραγωδία [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
trahom = τράχωμα [μετγν. ελλ. > γαλλ. trachome > τουρκ.].
trajedi = τραγωδία [αρχ. ελλ. > γαλλ. tragédie > τουρκ.].
trajik = τραγικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. tragique > τουρκ.].
trakunya = δράκαινα (ιχθ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
trapez = τραπέζι γυμναστικής [αρχ. ελλ. τραπέζιον > γαλλ. trapèse > τουρκ.].
travma = τραύμα [αρχ. ελλ. > ιταλ. tráuma > τουρκ.].
travmatoloji = τραυματολογία [ελλ. > γαλλ. traumatologie > τουρκ.].
trigonometri = τριγωνομετρία [ελλ. > γαλλ. trigonomètrie > τουρκ.].
trigonometrik = τριγωνομετρικός [ελλ. > γαλλ. trigonométrique > τουρκ.].
triloji = τριλογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. trilogie > τουρκ.].
triptik = πιστοποιητικό εξόδου λεωφορείου από τα σύνορα [τρίπτυχον, ουδ. του αρχ. ελλ. τρίπτυχος > γαλλ. triptyque
> τουρκ.].
tropika = τροπικός [αρχ. ελλ. > ιταλ. tropico > τουρκ.].
tropizm = τροπισμός [ελλ. > γαλλ. tropisme > τουρκ.].
troposfer = τροπόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. troposphère > τουρκ.].
tulum = τουλούμι, γκάιντα [αντιδ. αρχ. ελλ. τύλη / μετγν. ελλ. τύλος (= εξόγκωμα, κάλος || σαμάρι αχθοφόρου) > τουρκ. > νεοελλ. τουλούμι. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική].
turfanda = τροφαντός, πρώιμος [αρχ. ελλ. πρώτος + -φαντός > *πρωτοφαντός > νεοελλ. τροφαντός > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].

U : ου
uranus
= βλ. uranüs
uranüs
= ουρανός [αρχ. ελλ. > λατ. uranus > τουρκ.].
uranyum = ουράνιο (χημ.) [ελλ. > γαλλ. uranium > τουρκ.].
uskumru = σκουμπρί [αρχ. ελλ. σκόμβρος > μεσν. ελλ. σκουμπρί > τουρκ.].
usturlap = αστρολάβος [μετγν. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
utopya
= βλ. ütopya

Ü : ου άφωνο, όπως το γαλλικό u και το γερμανικό ü
üremi = ουραιμία [ελλ. > γαλλ. urémie > τουρκ.].
üroloji = ουρολογία [ελλ. > γαλλ. urologie > τουρκ.].
üstüpü = στουπί [αρχ. ελλ. στυππείον > τουρκ.].

ütopik
= ουτοπικός [ελλ. > γαλλ. utopique > τουρκ.].
ütopya
= ουτοπία [αντιδ. αρχ. ελλ. ου + τόπος > μεσν. λατ. utopia > γαλλ. utopie > τουρκ.].
üvendire = βουκέντρα, βούκεντρο [μεσν. ελλ. βουκέντριον, υποκορ. του μετγν. ελλ. βούκεντρον > τουρκ.].


V : βε
vaftiz
= βάπτιση, βάπτισμα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
varyos, balyoz = βαριά, μεγάλο σφυρί [μεσν. ελλ. βαριά > τουρκ.].
vatoz = βατί, είδος σελαχιού (ιχθ.) [αρχ. ελλ. βάτος > τουρκ.].
vernik = βερνίκι [μετγν. ελλ. βερενίκιον
> νεοελλ. > τουρκ.].
vişne = βύσσινο [αρχ. ελλ. βύσσινος > μετγν. ελλ. βύσσινον > τουρκ.].
voli = βολή, ριξιά διχτυού || κέρδος (αργκό) [αρχ. ελλ. βολή > τουρκ.].
vonoz = γόνος ψαριών [αρχ. ελλ. γόνος > τουρκ., με παραφθορά].

Υ : γιε
yakamoz
= φωσφορισμός της θάλασσας [αρχ. ελλ. διακαίω > *διακαμός (πβ. κάμα) > τουρκ.].
yalı = γιαλός || μεγαλοπρεπές παραλιακό σπίτι [αρχ. ελλ. αιγιαλός > μεσν. ελλ. γιαλός > τουρκ.].
yeke = δοιάκι, μοχλός για την περιστροφή του πηδαλίου στα πλοία [μεσν. ελλ. οιάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. οίαξ > τουρκ.].

yelloz = γυναίκα κακής διαγωγής, περίγελος [πιθ. αρχ. ελλ. γέλως > τουρκ.].
yoma = είδος χοντρού σκοινιού για το δέσιμο των πλοίων [πιθ. αρχ. ελλ. λύγος (= είδος φυτού από το οποίο κατασκεύαζαν ιμάντες, ασπίδες κ.ά) > μετγν. ελλ. λυγώ (= δένω) > *λύγωμα
> τουρκ. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας].
yortu = γιορτή [μεσν. ελλ. > τουρκ.].

Z : ζε
zargana
= ζαργάνα [πιθ. αρχ. ελλ. σαργάνη (= καλάθι) > μετγν. ελλ. ζαργάνη > μεσν. ελλ. ζαργάνα > τουρκ.].
zelve = ζεύγλα, ζεύλα, εξάρτημα για τη ζεύξη δύο ζώων [αρχ. ελλ. ζεύγλη > νεοελλ. ζεύλα > τουρκ.].

zevce = η σύζυγος [αρχ. ελλ. ζεύγος > αραβ. > τουρκ.].
zevç = ο σύζυγος [αρχ. ελλ. ζεύγος > αραβ. > τουρκ.].

zifir = αιθάλη, καπνιά [αρχ. ελλ. ζόφος (= βαθύ σκοτάδι) > αραβ. > τουρκ.].
zifos = τζίφος, άχρηστος, κενός [πιθ. αρχ. ελλ. ψήφος > νεοελλ.
τζίφος > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η νεοελληνική λέξη τζίφος ίσως προέρχεται από το αραβ. zife. Ελληνική η λέξη σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας] || λάσπη που πετιέται από το χώμα, καταιγίδα [αρχ. ελλ. ζόφος (= βαθύ σκοτάδι) > τουρκ.].
zigot = ζυγωτό [αρχ. ελλ. > γαλλ. zygote > τουρκ.].
zodyak = ζωδιακός [μετγν. ελλ. > γαλλ. zodiaque > τουρκ.].
zoolog = ζωολόγος [ελλ. > γαλλ. zoologue > τουρκ.].
zooloji = ζωολογία [ελλ. > γαλλ. zoologie > τουρκ.].
zootekni = ζωοτεχνία [ελλ. > γαλλ. zootechnie > τουρκ.].
zula (argo) = κρύπτη απαγορευμένων πραγμάτων [μεσν. ελλ. ζουλίζω > ζουλώ > ζούλα > τουρκ.].