ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

L : λε
labada
= λάπαθο (βοτ.) [αρχ. ελλ. λάπαθον > νεοελλ. λάπατο > τουρκ.].
lâbirent = βλ. labirent
labirent =
λαβύρινθος [αρχ. ελλ. > γαλλ. labyrinthe > τουρκ.].
lâhana = βλ. lahana
lahana = λάχανο [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
laik = λαϊκός, αυτός που δεν σχετίζεται με τον κλήρο [μετγν. ελλ. > γαλλ. laïque > τουρκ.].
laisizm = λαϊκισμός [νεοελλ. > γαλλ. laïcisme > τουρκ.].
lâkonik = βλ. lakonik
lakonik = λακωνικός
[αρχ. ελλ. > γαλλ. laconique > τουρκ.].
lalanga = λαλαγγίτα, είδος τηγανίτας [μετγν. ελλ. λαλάγγη > τουρκ.].
lâmba = βλ. lamba
lamba = λάμπα [αντιδ. αρχ. ελλ. λαμπάς > ιταλ. lampa > νεοελλ. λάμπα > τουρκ.].
lantan = λανθάνιο (χημ.) [αρχ. ελλ. λανθάνω > λατ. lanthanum > γαλλ. lanthane > τουρκ.].
lapina = λαπίνα (ιχθ.) [μεσν. ελλ. λαπίνα > τουρκ.].
larenjit = λαρυγγίτιδα [ελλ. > γαλλ. laryngite > τουρκ.].
lâstik = βλ. lastik
lastik = λάστιχο [αντιδ. μετγν. ελλ. ελαστός > ιταλ. elastico, γαλλ. élastique > τουρκ., νεοελλ.].
laterna = λατέρνα [αντιδ. αρχ. ελλ. λαμπτήρ > λατ. la(n)terna (= λυχνάρι) > ιταλ. lanterna > τουρκ., νεοελλ.].
leğen = λεκάνη [αρχ. ελλ. λεκάνη, αβέβ. ετύμου > αραβ. > περσ. > τουρκ.].

leksikografi = λεξικογραφία [ελλ. > γαλλ. lexicographie > τουρκ.].
leksikoloji = λεξικολογία [ελλ. > γαλλ. lexicologie > τουρκ.].
lenger = άγκυρα || μεγάλο χάλκινο δοχείο [αρχ. ελλ. άγκυρα > περσ. > τουρκ.].
leopar = λεοπάρδαλη [αντιδ. αρχ. ελλ. πάρδαλις, αβέβ. ετύμου> λατ. leopardus > μετγν. ελλ. λεόπαρδος > γαλλ. léopard > τουρκ., νεοελλ.].

lepra = λέπρα [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
letarji = λήθαργος [αρχ. ελλ. > γαλλ. léthargie > τουρκ.].
levrek = λαβράκι [μετγν. ελλ. λαβράκιον > τουρκ.].
lezbiyen = λεσβία [αρχ. ελλ. > γαλλ. lesbien > τουρκ.].
liken = λύκος (ιατρ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
likorinoz = λικουρίνι (ιχθ.) [αρχ. ελλ. *λευκορ-ρίνιον > τουρκ.].
liman = λιμάνι [αντιδ. αρχ. ελλ. λιμήν > μετγν. ελλ. λιμένιον > τουρκ. liman > νεοελλ. λιμάνι].
lipari = το σκουμπρί μετά τον τσίρο, την περίοδο δηλ. που είναι παχύ [αρχ. ελλ. λιπαρός > τουρκ.].
lipit = λιπίδιο [ελλ. > γαλλ. lipide > τουρκ.].
lipsos = είδος σκορπιού (ιχθ.) [μεσν. ελλ. λειψός > τουρκ.].
lir = λύρα [αρχ. ελλ. > γαλλ. lyre > τουρκ.].
lirik = λυρικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. lyrique > τουρκ.].
lirizm = λυρισμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. lyrisme > τουρκ.].
lise
= λύκειο [αρχ. ελλ. > γαλλ. lycée > τουρκ.].
litoloji = λιθολογία [ελλ. > γαλλ. lithologie > τουρκ.].
litosfer = λιθόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. lithosphère > τουρκ.].
litre = λίτρο [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
liturya = λειτουργία (θρησκ.) [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
lityum = λίθιο (χημ.) [αρχ. ελλ. λίθος > γαλλ. lithium > τουρκ.].
lodos = νότιος ή ΝΔ άνεμος || είδος ψαριού [αρχ. ελλ. νότος > τουρκ., με παραφθορά της λέξης].
logaritma = λογάριθμος [ελλ. > γαλλ. logarithme > τουρκ.].
logaritmik = λογαριθμικός [νεοελλ. > γαλλ. logarithmique > τουρκ.].
logistik = βλ. lojistik
logos = λόγος, γλώσσα [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
loğusa = βλ. lohusa
lohusa = λεχώνα, λεχούσα [μεσν. ελλ. > τουρκ.].
lojik = λογική (ουσ.), λογικός (επίθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. logique > τουρκ.].
lojistik = λογισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. logistique > τουρκ.].
lokosit, lökosit = λευκοκύτταρο [ελλ. > γαλλ. leucocyte > τουρκ.].
lomboz = φινιστρίνι [αρχ. ελλ. ρόμβος > τουρκ.].

longoz = απότομο βάθος σε ποτάμι ή θάλασσα [μεσν. ελλ. λόγγη (= τάφρος) > λόγγος > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη το λόγγος προέρχεται από το σλαβ. longû].
lop = λοβός || μαλακό κομμάτι, π.χ. κρέας [αρχ. ελλ. λοβός > γαλλ. lobe
> τουρκ.].
lökoplâst = βλ. lökoplast
lökoplast = λευκοπλάστης (βοτ.) [ελλ. > γαλλ. leucoplaste > τουρκ.].
lökosit, lokosit = λευκοκύτταρο [ελλ. > γαλλ. leucocyte > τουρκ.].
lösemi = λευχαιμία [ελλ. > γαλλ. leucémie > τουρκ.].

lüfer = γουφάρι, είδος ψαριού [μεσν. ελλ. γομφάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. γόμφος > τουρκ.].

M : με
madalya
= μετάλλιο [αρχ. ελλ. μέταλλον > νεοελλ. μετάλλιο > ιταλ. medaglia > τουρκ.].
madara = κακός, άσχημος [αρχ. ελλ. μαδαρός (= φαλακρός, άδεντρος) > μεσν. ελλ. μαδάρα > περσ. > τουρκ.].
madrabaz = χονδρέμπορος, μεταπράτης [μετγν. ελλ. μεταπράτης > περσ. > τουρκ.].
magma = μάγμα [αρχ. ελλ. μάσσω > μετγν. ελλ. μάγμα > γαλλ. magma > τουρκ.].
magri = βλ. mıgri
makine = μηχανή [αρχ. ελλ. > λατ. machina > ιταλ. macchina > τουρκ.].
makinist = μηχανικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. machiniste > τουρκ.].

makroekonomi
= μακροοικονομία [ελλ. > γαλλ. macroéconomie > τουρκ.].
makroekonomik
= μακροοικονομικός [ελλ. > γαλλ. macroéconomique > τουρκ.].
malakit = μαλαχίτης [αντιδ. αρχ. ελλ. μαλάχη > γαλλ. malacihte > τουρκ., νεοελλ.].

malama = άχυρα ανάμικτα με σιτηρά [αρχ. ελλ. μάλαγμα > μεσν. ελλ. μάλαμα > τουρκ.].
malgama = αμάλγαμα [αντιδ. αρχ. ελλ. μαλάσσω > μετγν. ελλ. μάλαγμα > λατ. amalgama > τουρκ., νεοελλ.].
malihülya = μελαγχολία [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
manastır = μοναστήρι [μετγν. ελλ. μοναστήριον > τουρκ.].
mancınık = καταπέλτης || ροδάνι [αρχ. ελλ. μάγγανον > αραβ. > τουρκ.].
mandal = μάνταλο [μετγν. ελλ. μάνδαλος > αραβ. > τουρκ.].

mandar = καρούλι πλοίου [μεσν. ελλ. ιμαντάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ιμάς > νεοελλ. μαντάρι (= σκοινί πλοίου) > τουρκ.].
mandepsi (argo) = παγίδα, απάτη [νεοελλ. μάντεψε, προστακτ. του μαντεύω > τουρκ.].
mandıra =
μάντρα [αρχ. ελλ. μάνδρα > τουρκ.].
mani =
μανία [αρχ. ελλ. > γαλλ. manie > τουρκ.].
manometre =
μανόμετρο [αρχ. ελλ. μανός + μέτρον > γαλλ. manomètre > τουρκ.].
mantar = μανιτάρι || φελλός [μετγν. ελλ. αμανιτάριον, υποκορ. του αμανίτης > μεσν. ελλ. μανιτάρι > τουρκ.].
manya = βλ. mani
manyak = μανιακός [μετγν. ελλ. > γαλλ. maniaque > τουρκ.].

manyetik
= μαγνητικός [νεοελλ. > γαλλ. magnétique > τουρκ.].
manyetizma = μαγνητισμός [ελλ. > γαλλ. magnétisme > τουρκ.].
margarin = μαργαρίνη [αντιδ. μετγν. ελλ. μάργαρον > γαλλ. margarine > τουρκ., νεοελλ.].
martaloz, martolos = αρματολός [νεοελλ. > παλαιότ. τουρκ.].
marul = μαρούλι [πιθ. *αμαρούλιον, υποκορ. του λατ. *amarulla (lactuca) > μετγν. ελλ. μαρούλιον > τουρκ.].
marya = προβατίνα, θηλυκό ζώο [νεοελλ. Μαρία > τουρκ., με παραφθορά της λέξης, όπως φαίνεται από κείμενα της τουρκοκρατίας].
masarika = η μεμβράνη που περιβάλλει τα έντερα [μετγν. ελλ. μεσάραιον > τουρκ.].
mastika = μαστίχα [μετγν. ελλ. μαστίχη > τουρκ.].
masura = μασούρι [όψιμο μεσν. ελλ. μασούριον > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική. Κατ' άλλη άποψη το μασούριον είναι υποκορ. του τουρκ. masura].
matematik = μαθηματικά [αρχ. ελλ. > γαλλ. mathématique > τουρκ.].
matiz = ματίζω, δένω [μετγν. ελλ. αμματίζω > νεοελλ
. ματίζω > τουρκ.] || μέθυσος (αργκό) [αρχ. ελλ. μέθυσος > τουρκ.].
maydanoz = μαϊντανός [αντιδ. μεσν. ελλ. μακεδονήσι > τουρκ. maydanoz > νεοελλ. μαϊντανός].
maymun = μαϊμού [πιθ. αρχ. ελλ. μιμώ > αραβ. > τουρκ. > μεσν. ελλ. μαϊμού, οπότε είναι αντιδάνειο. Κατ' άλλη άποψη τουρκ.
> νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι αραβική].
mazgal = πολεμίστρα [αρχ. ελλ. μασχάλη > τουρκ.].
medüz = μέδουσα [αρχ. ελλ. > γαλλ. méduse > τουρκ.].
mega = πολύ μεγάλο [αρχ. ελλ. μέγα, ουδέτερο του μέγας > τουρκ.].
megafon = μεγάφωνο [αντιδ. μεσν. ελλ. μεγάφωνος > γαλλ. mégaphone > τουρκ., νεοελλ.].
megalomani = μεγαλομανία [ελλ. > γαλλ. mégalomanie > τουρκ.].
mekanik = μηχανική, μηχανικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. méchanique > τουρκ.].
mekanism = βλ. mekanizm
mekanizm = μηχανοκρατία [ελλ. > γαλλ. mécanisme > τουρκ.].
mekanizma = μηχανισμός [ελλ. > ιταλ. mechanisma > τουρκ.].
melânkoli = μελαγχολία [αρχ. ελλ. > γαλλ. mélancolie > τουρκ.].
melanurya = μελανούρι [αρχ. ελλ. μελάνουρος > μεσν. ελλ. μελανούρι > τουρκ.].
melisa = μέλισσα (φυτ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
melodi = μελωδία [αρχ. ελλ. > γαλλ. mélodie > τουρκ.].
melodram = μελόδραμα [ελλ. > γαλλ. mélodrame > τουρκ.].
menderes = μαίανδρος [αρχ. ελλ. Μαίανδρος (= όνομα ποταμού της Μ. Ασίας) > τουρκ.].
mendirek = κυματοθραύστης [νεοελλ. μαντράκι, υποκορ. του μεσν. ελλ. μάντρα > τουρκ.].
menenjit = μηνιγγίτιδα [ελλ. > γαλλ. méningite > τουρκ.].
mengene = μέγγενη [αντιδ. αρχ. ελλ. μάγγανον > τουρκ. mengene > νεοελλ. μέγγενη. Συνήθης η μετατροπή του φθόγγου / a / σε / e / στα ελλ. δάνεια της τουρκ. π.χ. λαβράκι > levrek, μάρμαρο > mermer, σαμάρι > semer].
menisküs,
menüsküs = μηνίσκος [αρχ. ελλ. > λατ. meniscus > τουρκ.].
menopoz = εμμηνόπαυση [ελλ. > γαλλ. ménopause > τουρκ.].
mera = βοσκοτόπι [αρχ. ελλ. μείρομαι (= μοιράζω) > αρχ. ελλ. μέρος > αραβ. > τουρκ.].
mermer = μάρμαρο [μετγν. ελλ. > αραβ. mermer > τουρκ.].
mersin = μυρσίνη [αρχ. ελλ. μύρτος > μύρσινος > μυρσίνη > τουρκ.].
mestur = μυστικός, μυστήριος [αρχ. ελλ. μυστήριον > αραβ. > τουρκ.].
metabolizma = μεταβολισμός [ελλ. > γαλλ. métabolisme > τουρκ.].
metafizik = μεταφυσική [μετγν. ελλ. > γαλλ. métaphysique > τουρκ.].
metafor = μεταφορά (φιλ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. métaphore > τουρκ.].
metal = μέταλλο [αρχ. ελλ. > γαλλ. métal > τουρκ.].
metalografi = μεταλλογραφία [ελλ. > γαλλ. métallographie > τουρκ.].
metamorfoz = μεταμόρφωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. métamorphose > τουρκ.].
metapsişik = μεταψυχική [ελλ. > γαλλ. métapsychique > τουρκ.].

metatez = μετάθεση συμφώνου (γλωσ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. métathèse > τουρκ.].
metazori = με το ζόρι, δια της βίας [νεοελλ. με το + τουρκ. zor > τουρκ.].
metelik = μεταλλίκι [αντιδ. αρχ. ελλ. μεταλλικόν > γαλλ. métalique > τουρκ., νεοελλ.].
meteor = μετέωρο [αρχ. ελλ. > γαλλ. météore > τουρκ.].
meteorolog = μετεωρολόγος [αρχ. ελλ. > γαλλ. météorologue > τουρκ.].
meteoroloji = μετεωρολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. météorologie > τουρκ.].
meteorolojik = μετεωρολογικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. météorologique > τουρκ.].
metodoloji = μεθοδολογία [ελλ. > γαλλ. méthodologie > τουρκ.].
metot = μέθοδος [αρχ. ελλ. > γαλλ. méthode > τουρκ.].
metre = μέτρο [αρχ. ελλ. > γαλλ. mètre > τουρκ.].
metrik = μετρικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. métrique > τουρκ.].
metronom = μετρονόμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. métronome > τουρκ.].
metropol = μητρόπολη, μεγαλούπολη [αρχ. ελλ. > γαλλ. métropole > τουρκ.].
metropolit = μητροπολίτης [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
metropoliten = μητροπολιτικός [μετγν. ελλ. μητρόπολις + γαλλ. -tain > γαλλ. métropolitain > τουρκ.].
mıgri = μουγγρί (ιχθ.) [μετγν. ελλ. γογγρίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. γόγγρος, με παρετυμολ. επίδραση του μουγκρίζω > μεσν. ελλ. μουγγρίν > τουρκ.].
mıhladız = μαγνήτης (λαϊκ.), βλ. mıknatıs
mıknatıs = μαγνήτης [μεσν. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
mıknatısi = βλ. mıknatısî
mıknatısî = μαγνητικός [μεσν. ελλ. μαγνήτης > αραβ. > τουρκ.].
mızıka = μπάντα, μουσική, αρμόνικα [αρχ. ελλ. μουσική > ιταλ. musica > τουρκ.].
midilli = μυντιλής, είδος μικρόσωμου αλόγου που υπήρχε στη Μυτιλήνη [αρχ. ελλ. Μυτιλήνη > τουρκ.].
midye = μύδι [μετγν. ελλ. μύδιον > τουρκ.].
migren = ημικρανία [μετγν. ελλ. > γαλλ. migraine > τουρκ.].
mihaniki = βλ. mihanikî
mihanikî = μηχανική, ασυναίσθητη [αρχ. ελλ. μηχανική > αραβ. > τουρκ.].
mikrobiyolog = μικροβιολόγος [ελλ. > γαλλ. microbiologue > τουρκ.].
mikrobiyoloji = μικροβιολογία [ελλ. > γαλλ. microbiologie > τουρκ.].
mikrofon = μικρόφωνο [ελλ. > γαλλ. microphone > τουρκ.].
mikrokok = μικρόκοκκος [ελλ. > γαλλ. microcoque > τουρκ.].
mikrometre = μικρόμετρο [ελλ. > γαλλ. micromètre > τουρκ.].
mikron = μικρόν [ελλ. > γαλλ. micron > τουρκ.].
mikrop = μικρόβιο [ελλ. > γαλλ. microbe > τουρκ.].
mikrosefal = μικροκέφαλος [αρχ. ελλ. > γαλλ. microcéphale > τουρκ.].
mikroskop = μικροσκόπιο [ελλ. > γαλλ. microscope > τουρκ.].
mil = μήλη, χειρουργικό εργαλείο που έχει σχήμα λεπτού μεταλλικού ραβδιού [αρχ. ελλ. μήλη > αραβ. > τουρκ.].
mim = μίμος [αρχ. ελλ. μίμος, αβέβ. ετύμου > γαλλ. mime > τουρκ.].
mimik = μιμητικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. mimique > τουρκ.].
mimoza = μιμόζα [αντιδ. αρχ. ελλ. μίμος > λατ. mimus > γαλλ., ιταλ. mimosa > νεοελλ., τουρκ.].
miras = κληρονομιά [αρχ. ελλ. μοίρα (= μερίδιο) > μεσν. ελλ. μοιρασία > αραβ. > τουρκ.].
mistisizm = μυστικισμός [ελλ. > γαλλ. mysticisme > τουρκ.].
mit, mitos = μύθος [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
mitoloji = μυθολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. mythologie > τουρκ.].
mitos, mit = μύθος [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
miyasma = μίασμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. miasma > τουρκ.].
miyop = μύωπας [αρχ. ελλ. > γαλλ. myope > τουρκ.].
mnemotekni = μνημονική, μνημοτεχνική [αρχ. ελλ. > γαλλ. mnémotechnie > τουρκ.].
monad = βλ. monat
monarşi = μοναρχία [αρχ. ελλ. > γαλλ. monarchie > τουρκ.].
monat = μονάδα (φιλοσ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
monizm = μονισμός [ελλ. > γαλλ. monisme > τουρκ.].
monogami = μονογαμία [μετγν. ελλ. > γαλλ. monogamie > τουρκ.].
monografi = μονογραφία [νεοελλ. > γαλλ. monographie > τουρκ.].
monolog = μονόλογος [μεσν. ελλ. > γαλλ. monologue > τουρκ.].
monopol = μονοπώλιο [μετγν. ελλ. > γαλλ. monopole > τουρκ.].
monotip = μονοτυπία [ελλ. > γαλλ. monotype > τουρκ.].
monoton = μονότονος [μετγν. ελλ. > γαλλ. monotone > τουρκ.].
morfem = μόρφημα [ελλ. > γαλλ. morphème > τουρκ.].
morfin = μορφίνη [αντιδ. μετγν. ελλ. Μορφεύς > γαλλ. morphine > τουρκ., νεοελλ.].
morfinoman = μορφινομανία [ελλ. > γαλλ. morphinomane > τουρκ.].
morfoloji = μορφολογία [ελλ. > γαλλ. morphologie > τουρκ.].
mozaik = μωσαϊκό [αντιδ. αρχ. ελλ. Μούσα > λατ. musaicus > γαλλ. mosaïque > τουρκ., νεοελλ.].
mozole = μαυσωλείο [αρχ. ελλ. Μαύσωλος > μετγν. ελλ. Μαυσώλειον > γαλλ. mausolée > τουρκ.].
musandıra = μεσάντρα, εντοιχισμένη ντουλάπα για στρώματα και παπλώματα [αρχ. ελλ. μέσος + άνδηρον (= ύψωμα) > *μεσάνδηρα > νεοελλ. μεσάντρα > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη τουρκ.
> νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
musiki = μουσική [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
muşmula = μούσμουλο [αρχ. ελλ. μέσπιλον > μεσν. ελλ. μέσπουλον > μούσπουλον > μούσμουλο > τουρκ.].
müze = μουσείο [αρχ. ελλ. > γαλλ. musée > τουρκ.].
müzik = μουσική [αρχ. ελλ. > γαλλ. musique > τουρκ.].
müzler = μούσες [αρχ. ελλ. Μούσαι > τουρκ.].

N : νε
nadas
= αγρανάπαυση μετά το όργωμα [αρχ. ελλ. νεώ (= καλλιεργώ εκ νέου) > αρχ. ελλ. νεατός > τουρκ.].
naftalin = ναφθαλίνη [αντιδ. μετγν. ελλ. νάφθα > γαλλ. naphtaline > τουρκ., νεοελλ.].
namus = εντιμότητα [αρχ. ελλ. νόμος > αραβ. > τουρκ.].

narkotik = ναρκωτικό [μετγν. ελλ. > γαλλ. narcotique > τουρκ.].
narkoz = νάρκωση [αρχ. ελλ. > γαλλ. narcose > τουρκ.].
narsisizm = ναρκισσισμός [ελλ. > γαλλ. narcissisme > τουρκ.].
narsist = νάρκισσος, αυτός που αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του [αρχ. ελλ. > γαλλ. narcissist > τουρκ.].
navlun = ναύλο [αρχ. ελλ. ναύλος > τουρκ.].
nefrit = νεφρίτιδα [αρχ. ελλ. > γαλλ. nephrite > τουρκ.].
nekroz = νέκρωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. nécrose > τουρκ.].
nektar = νέκταρ [αρχ. ελλ. > γαλλ. nectar > τουρκ.].
nemf = νύμφη (εντομ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. nymphe > τουρκ.].
neolitik = νεολιθικός [ελλ. > γαλλ. néolithique > τουρκ.].
neolojizm = νεολογισμός [ελλ. > γαλλ. néologisme > τουρκ.].
neon = νέον (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. νέον > γαλλ. néon > τουρκ., νεοελλ.].
neoplâzma = βλ. neoplazma
neoplazma
= νεόπλασμα [ελλ. > γαλλ. néoplasme > τουρκ.].
nergis = νάρκισσος [αρχ. ελλ. > περσ. nergis > τουρκ.].
neşter = νυστέρι [αρχ. ελλ. νύσσω (= τρυπώ) > *νυστήριον > περσ. > τουρκ.].
nevralji = νευραλγία [μεσν. ελλ. > γαλλ. névralgie > τουρκ.].
nevrasteni = νευρασθένεια [ελλ. > γαλλ. neurasthénie > τουρκ.].
nevroloji = νευρολογία [ελλ. > γαλλ. neurologie > τουρκ.].
nevropat = νευροπαθής [ελλ. > γαλλ. névropathe > τουρκ.].
nevroz = νεύρωση [αντιδ. μεσν. ελλ. > γαλλ. névrose > τουρκ., νεοελλ.].
nostalji = νοσταλγία [μεσν. ελλ. > γαλλ. nostalgie > τουρκ.].
nöron = νευρώνας [ελλ. > γαλλ. neurone > τουρκ.].

nümismatik = νομισματικός [μεσν. ελλ. > γαλλ. numismatique > τουρκ.].

O : ο
obelisk
= οβελίσκος [αρχ. ελλ. > γαλλ. obélisque > τουρκ.].
odeon = αρχαίο
ελληνικό ωδείο [αρχ. ελλ. ωδείον > γαλλ. odéon > τουρκ.].
odyometre = ακουόμετρο [λατ. audio + αρχ. ελλ. μέτρον > γαλλ. audiomètre > τουρκ.].
oftalmoloji
= οφθαλμολογία [ελλ. > γαλλ. ophtalmologie > τουρκ.].
oftalmoskop = οφθαλμοσκόπιο [ελλ. > γαλλ. ophtalmoscope > τουρκ.].
okaliptüs = ευκάλυπτος [ελλ. > γαλλ. eucalyptus > τουρκ.].
oksijen = οξυγόνο [ελλ. > γαλλ. oxygène > τουρκ.].
oksit = οξίδιο [αντιδ. αρχ. ελλ. οξύς > γαλλ. oxide > τουρκ., νεοελλ.].
okul = σχολείο [αρχ. ελλ. σχολή > λατ. schola > γαλλ. école > τουρκ.].
okyanus = ωκεανός [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
okyanusya = Ωκεανία [ελλ. > τουρκ.].
oligarşi = ολιγαρχία [αρχ. ελλ. > γαλλ. oligarchie > τουρκ.].

olimpik
= ολυμπιακός [αρχ. ελλ. > γαλλ. olympique > τουρκ.].
olimpiyat = ολυμπιακοί αγώνες [αρχ. ελλ. Ολυμπιάς > γαλλ. olympiade > τουρκ.].
omuz = ώμος [αρχ. ελλ. > τουρκ. Η λ. απαντά σε αρκετές τουρκ. γλώσσες, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες για την ακριβή προέλευσή της και απαιτεί περαιτέρω έρευνα].
onanizm = αυνανισμός [ελλ. > γαλλ. onanisme > τουρκ.].

onomastik
= ονομαστικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. onomastique > τουρκ.].
onomatope = ονοματοποιία [μετγν. ελλ. > γαλλ. onomatopée > τουρκ.].

ontogenez
= οντογένεση [ελλ. > γαλλ. ontogénèse > τουρκ.].
ontoloji
= οντολογία [ελλ. > γαλλ. ontologie > τουρκ.].
oosfer = ωόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. oosphère > τουρκ.].
oosit = ωοκύτταρο [ελλ. > γαλλ. oocyte > τουρκ.].
optik = οπτική [αρχ. ελλ. > γαλλ. optique > τουρκ.].
orfoz = ροφός, είδος ψαριού [αρχ. ελλ. όρφος, ορφός > τουρκ.].
organ = όργανο [αρχ. ελλ. > γαλλ. organe > τουρκ.].
organik = οργανικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. organique > τουρκ.].
organizma = οργανισμός [ελλ. > γαλλ. organisme > τουρκ.].

orgazm
= οργασμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. orgasme > τουρκ.].
orkestra = ορχήστρα [αρχ. ελλ. > γαλλ. orchestre > τουρκ.].
orkide = ορχιδέα [αντιδ. αρχ. ελλ. όρχις > λατ. orchidea > γαλλ. orchidée > τουρκ., νεοελλ.].
orkinos = τόννος, είδος ψαριού [μετγν. ελλ. όρκυνος > τουρκ.].
orkit = ορχίτιδα [ελλ. > γαλλ. orchite > τουρκ.].

ornitoloji
= ορνιθολογία [ελλ. > γαλλ. ornithologie > τουρκ.].
orojeni = ορογένεια, ορογένεση [ελλ. > γαλλ. orogénie > τουρκ.].
ortodoks = ορθόδοξος [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
ortopedi = ορθοπαιδική [ελλ. > γαλλ. orthopédie > τουρκ.].
ortopedik = ορθοπαιδικός [ελλ. > γαλλ. orthopédique > τουρκ.].
oşinografi = ωκεανογραφία [ελλ. > αγγλ. oceαnography > τουρκ.].
otantik = αυθεντικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. authentique > τουρκ.].

otarsi = αυτάρκεια [αρχ. ελλ. > γαλλ. autarcie > τουρκ.].
otistik = αυτιστικός
[ελλ. > γαλλ. autistique > τουρκ.].
otizm = αυτισμός [ελλ. > γαλλ. autisme > τουρκ.].

otobiyografi
= αυτοβιογραφία [ελλ. > γαλλ. autobiographie > τουρκ.].
otodidakt
= αυτοδίδακτος [αρχ. ελλ. > γαλλ. autodidact > τουρκ.].
otoerotizm = αυτοερωτισμός [ελλ. > γαλλ. auto-érotisme > τουρκ.].

otograf
= αυτόγραφος [μετγν. ελλ. > γαλλ. autographe > τουρκ.].
otokrasi = αυτοκρατορία [μετγν. ελλ. > γαλλ. autocratie > τουρκ.].
otokrat = αυτοκράτορας [αρχ. ελλ. αυτοκράτωρ > γαλλ. autocrate > τουρκ.].

otokritik
= αυτοκριτική [ελλ. > γαλλ. autocritique > τουρκ.].
otomat = αυτόματο (ουσ.) [ελλ. > γαλλ. automate > τουρκ.].
otomatik = αυτόματος (επίθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. automatique > τουρκ.].
otomatizm = αυτοματισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. automatisme > τουρκ.].
otonomi = αυτονομία [αρχ. ελλ. > γαλλ. autonomie > τουρκ.].
otopsi = αυτοψία, νεκροψία [μετγν. ελλ. αυτοψία > γαλλ. autopsie > τουρκ.].
oya = ούγια [αρχ. ελλ. όα / ώα > μετγν. ελλ. ούα > μεσν. ελλ. ούια > τουρκ.].
ozmos = όσμωση [αντιδ. μετγ. ελλ. ωσμός + -ωση > γαλλ. osmose > τουρκ., νεοελλ.].
ozon = όζον [αντιδ. αρχ. ελλ. όζον > γαλλ. ozone > τουρκ., νεοελλ.].

Ö : ε άφωνο, όπως το γαλλικό eu και το γερμανικό ö
ödem
= οίδημα [αρχ. ελλ. > γαλλ. oedème > τουρκ.].
ökse = ιξός, κολλώδης ουσία [αρχ. ελλ. ιξός > τουρκ.].
örgüt = οργάνωση, ίδρυμα [μετγν. ελλ. οργάνωσις > τουρκ.].

ötanazi
= ευθανασία [μετγν. ελλ. > γαλλ. euthanasie > τουρκ.].


P : πε
palamar
= παλαμάρι [αντιδ. αρχ. ελλ. παλάμη > μεσν. λατ. palamarius > νεοελλ. παλαμάρι > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
palamut = παλαμίδα [μετγν. ελλ. παλαμίς > τουρκ.] || βαλανίδι [μετγν. ελλ. βαλανίδιον > τουρκ., με παραφθορά της λέξης].
palanga = παλάγκο, πολύσπαστο [αντιδ. αρχ. ελλ. φάλαγξ > λατ. phalangae > ιταλ. palanco / paránco > τουρκ., νεοελλ. παλάγκο].
palavra = ψευδολογία || ανόητη φλυαρία [αντιδ. αρχ. ελλ. παραβολή > λατ. parabola > ισπ. palavra > νεοελλ., τουρκ.].
paleografi = παλαιογραφία [ελλ. > γαλλ. paléographie > τουρκ.].
paleontoloji = παλαιοντολογία [ελλ. > γαλλ. paléontologie > τουρκ.].
paleozoik = παλαιοζωικός [ελλ. > γαλλ. paléozoïque > τουρκ.].
palikarya = παλικάρι [μεσν. ελλ. παλληκάριον > τουρκ.].
panayır = πανηγύρι [μεσν. ελλ. πανηγύριον > τουρκ.].
pandomima = παντομίμα [αντιδ. μετγν. ελλ. παντόμιμος > λατ. pantomimus > ιταλ. pantomima > τουρκ., νεοελλ.].
panik = πανικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. panique > τουρκ.].
pankras = παγκράτιο [αρχ. ελλ. παγκράτιον > γαλλ. pancrace > τουρκ.].
pankreas = πάγκρεας [αρχ. ελλ. > γαλλ. pancréas > τουρκ.].
panorama = πανόραμα [ελλ. > γαλλ. panorama > τουρκ.].
panoramik = πανοραμικός [ελλ. > γαλλ. panoramique > τουρκ.].
panteist = πανθεϊστής [ελλ. > γαλλ. panthéiste > τουρκ.].
panteizm = πανθεϊσμός [ελλ. > γαλλ. panthéisme > τουρκ.].
panteon = πάνθεον [αρχ. ελλ. > γαλλ. panthéon > τουρκ.].
pantograf = παντογράφος [ελλ. > γαλλ. pantographe > τουρκ.].
pantufla = παντόφλα [αντιδ. αρχ. ελλ. παντο- + φελλός > ιταλ. pantofola > γαλλ. pantoufle > νεοελλ. παντούφλα > τουρκ.].

papatya = το λουλούδι μαργαρίτα [μεσν. ελλ. παπαδιά > τουρκ.].
papaz = παπάς [αρχ. ελλ. πάππας (= μπαμπάς) > μεσν. ελλ. παπ(π)άς > τουρκ.].
papirüs = πάπυρος [αρχ. ελλ. πάπυρος, αβέβ. ετύμου > γαλλ. papyrus > τουρκ.].
parabol = παραβολή (μαθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. parabole > τουρκ.].
parabolik =
παραβολικός (μαθ.) [μετγν. ελλ. > γαλλ. parabolique > τουρκ.].
paraboloit =
παραβολοειδής [ελλ. > γαλλ. paraboloïde > τουρκ.].
paradigma =
παράδειγμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. paradigme > τουρκ.].
paradoks =
παράδοξος [αρχ. ελλ. > γαλλ. paradoxe > τουρκ.].
parafazi =
παραφασία [ελλ. > γαλλ. paraphasie > τουρκ.].
paragraf =
παράγραφος [μετγν. ελλ. > γαλλ. paragraphe > τουρκ.].

paraketa = παραγάδι || ταχύμετρο πλοίου [μεσν. ελλ. παραγαύδιον, υποκορ. του μετγν. ελλ. παραγαύδης (= κροσσωτό φόρεμα), πιθ. περσ. δάνειο > νεοελλ. παραγάδι > τουρκ.].
paralâks = βλ. paralaks
paralaks = παράλλαξη (αστρ.)
[αρχ. ελλ. > γαλλ. parallaxe > τουρκ.].
paralel =
παράλληλος [αρχ. ελλ. > γαλλ. parallèle > τουρκ.].
paralelizm =
παραλληλισμός [μεσν. ελλ. > γαλλ. parallélisme > τουρκ.].
paralojizm =
παραλογισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. paralogisme > τουρκ.].
parametre =
παράμετρος [ελλ. > γαλλ. paramètre > τουρκ.].
paramnezi =
παραμνησία [ελλ. > γαλλ. paramnésie > τουρκ.].
parankima =
παρέγχυμα [μετγν. ελλ. > γαλλ. parenchyme > τουρκ.].
paranoya =
παράνοια [αρχ. ελλ. > γαλλ. paranoïa > τουρκ.].
paranoyak =
παρανοϊκός [ελλ. > γαλλ. paranoïaque > τουρκ.].
parantez =
παρένθεση [μετγν. ελλ. > γαλλ. paranthèse > τουρκ.].
parapsikoloji =
παραψυχολογία [ελλ. > αγγλ. parapsychlogy > τουρκ.].
parasempatik =
παρασυμπαθητικό [ελλ. > γαλλ. parasympathique > τουρκ.].
parazit =
παράσιτο [αρχ. ελλ. > γαλλ. parasite > τουρκ.].
parazitoloji =
παρασιτολογία [ελλ. > γαλλ. parasitologie > τουρκ.].
parodi =
παρωδία [αρχ. ελλ. > γαλλ. parodie > τουρκ.].
parşömen =
περγαμηνή [μετγν. ελλ. > γαλλ. parchemin > τουρκ.].
partenogenez
= παρθενογένεση [ελλ. > γαλλ. parthénogenèse > τουρκ.].
paspal = πασπάλη, αλεύρι με πίτουρο [αρχ. ελλ. πασπάλη > τουρκ.].
pasta = πάστα, είδος γλυκίσματος [αντιδ. μετγν. ελλ. πάστη (= ζύμη) > μετγν. λατ. pasta > ιταλ. pasta > τουρκ., νεοελλ.].
pastra = πάστρα (χαρτοπαιγν.) [μεσν. ελλ. > τουρκ.].

patetik = παθητικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. pathétique > τουρκ.].
pati = τα εμπρόσθια πόδια των ζώων, π.χ. γάτας κ.λπ. || το πόδι του μικρού παιδιού [αρχ. ελλ. πατώ > τουρκ.].
patik = πατίκι, παντούφλα [αρχ. ελλ. πατώ + -ίκι > νεοελλ. πατίκι > τουρκ.].

patojen = παθογόνος [νεοελλ. > γαλλ. pathogène > τουρκ.].
patoloji = παθολογία [ελλ. > γαλλ. pathologie > τουρκ.].
patolojik = παθολογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. pathologique > τουρκ.].
patrik = πατριάρχης [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
patrikhane = πατριαρχείο [μετγν. ελλ. πατριάρχης + περσ. hane > τουρκ.].
pavurya
= καρκίνος (αστρ.) [αρχ. ελλ. πάγουρος > τουρκ.].
paydos = διακοπή εργασίας [μεσν. ελλ. φαγητόν (ο σκοπός μάλλον της διακοπής) > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη αρχ. ελλ. παύσις > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
payton = παϊτόνι, άμαξα [αρχ. ελλ. Φαέθων > γαλλ. phaéton > τουρκ. payton, fayton, βλ. λέξη].
pedagog = παιδαγωγός [αρχ. ελλ. > γαλλ. pédagogue > τουρκ.].
pedagoji = παιδαγωγική [αρχ. ελλ. > γαλλ. pédagogie > τουρκ.].
pedagojik = παιδαγωγικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. pédagogique > τουρκ.].
pedavra = λεπτό σανίδι [αρχ. ελλ. πέτευρον > μεσν. ελλ. πέταυρον > τουρκ.].
pediatri = παιδιατρική [ελλ. > γαλλ. pédiatrie > τουρκ.].
pedoloji = παιδολογία [ελλ. > γαλλ. paidologie > τουρκ.] || πεδολογία, εδαφολογία [αρχ. ελλ. πέδον > γαλλ. pédologie > τουρκ.].
peksimet = παξιμάδι [μετγν. ελλ. παξαμάδιον > μεσν. ελλ. παξιμάδιον > νεοελλ. παξιμάδι > τουρκ.].
pelikan = πελεκάνος [αρχ. ελλ. πελεκάν > γαλλ. pélican > τουρκ.].
pelte = πελτές [αντιδ. μετγν. ελλ. πολτός > περσ. > τουρκ. > νεοελλ.].
pentatlon = πένταθλο [αρχ. ελλ. πένταθλον > γαλλ. pentathlon > τουρκ.].
pepsin = πεψίνη [αντιδ. αρχ. ελλ. πέψις > γαλλ. pepsine > τουρκ., νεοελλ.].
pepton = πεπτόνη [αντιδ. αρχ. ελλ. πεπτόν > γαλλ. peptone > τουρκ., νεοελλ.].
pereme = μικρό πλοίο [μετγν. ελλ. πέραμα (= πέρασμα) > τουρκ.].
perese = νήμα της στάθμης || κατάσταση [νεοελλ. περασιά (= ευθυγράμμιση) > τουρκ.].
peripatetizm = η φιλοσοφία του Αριστοτέλη [ελλ. > γαλλ. péripatétisme > τουρκ.].
periskop = περισκόπιο [ελλ. > γαλλ. périscope > τουρκ.].
periton = περιτόναιο [αρχ. ελλ. > γαλλ. péritoine > τουρκ.].
peritonit = περιτονίτιδα [ελλ. > γαλλ. péritonite > τουρκ.].

periyodik
= περιοδικός [μετγν. ελλ. > périodique > τουρκ.].
perki = πέρκα (ιχθ.) [αρχ. ελλ. πέρκη > τουρκ.].

permeçe = είδος λεπτού σκοινιού του πλοίου [αρχ. ελλ. πρυμνήσιον > νεοελλ. πρυμάτσα > τουρκ.].
peroksit
= υπεροξίδιο [λατ. per + ελλ. οξίδιο> γαλλ. peroxyde > τουρκ.].
peronospora = περονόσπορος [ελλ. > τουρκ.].
pestil = ξερά φρούτα σε φύλλα [μετγν. ελλ. πάστιλλος > τουρκ.].
petrografi = πετρογραφία [ελλ. > γαλλ. pétrographie > τουρκ.].
petrol = πετρέλαιο [αρχ. ελλ. πέτρα + έλαιον > γαλλ. pétrole > τουρκ.].
pıhtı = πηχτός [αρχ. ελλ. πηκτός > περσ. > τουρκ.].
pırasa = πράσο [αρχ. ελλ. πράσον > τουρκ.].
pırnal
= πουρνάρι [μεσν. ελλ. πιρνάριον > τουρκ.].
pırpırı, pirpiri = πέρπυρο, χρυσό βυζαντινό νόμισμα [αρχ. ελλ. υπέρπυρος > μεσν. ελλ. υπέρπυρον > τουρκ.].
pide = πίτα [αντιδ. αρχ. ελλ. πηκτή > λατ. picta > ιταλ. pitta > νεοελλ. πίτα > τουρκ.].
pilâki
= βλ. pilaki
pilaki
=
πλακί φαγητό [αρχ. ελλ. πλακίον > τουρκ.].
pilot =  πιλότος [αντιδ. πιθ. αρχ. ελλ. πηδόν > ιταλ. piloto, γαλλ. pilote > τουρκ., νεοελλ.].
pines
= πίνα, είδος όστρακου [αρχ. ελλ. πίνα > τουρκ.].
piramidal
=  πυραμιδοειδής [αρχ. ελλ. πυραμίς + γαλλ. -al > γαλλ. pyramidal > τουρκ.].
piramit = πυραμίδα [αρχ. ελλ. > γαλλ. pyramide > τουρκ.].
pirina = πυρήνα (καύσιμος ύλη) [νεοελλ. > τουρκ.].
piroksen = πυρόξενο (γεωλ.) [ελλ. > γαλλ. pyroxène > τουρκ.].
pirosfer = πυρόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. pyrosphère > τουρκ.].
pirpiri = βλ. pırpırı
piskopos =  επίσκοπος [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
piton = πύθωνας [αρχ. ελλ. Πύθων > γαλλ. python > τουρκ.].
piyale = φιάλη, ποτήρι [αρχ. ελλ. φιάλη > περσ.> τουρκ.].
piyata = πλατύ και μεγάλο πιάτο φαγητού [αντιδ. αρχ. ελλ. πλατύς > λατ. *plattus > ιταλ. piatto > νεοελλ., τουρκ.].
pizolit = πισσόλιθος (γεωλ.) [ελλ. > γαλλ. pisolithe > τουρκ.].
plak = πλάκα, δίσκος [αρχ. ελλ. πλάξ > γαλλ. plaque > τουρκ.].
plaka = πινακίδα κυκλοφορίας τροχοφόρων || μεταλλικό φύλλο [αρχ. ελλ. πλάξ > ιταλ. placca > τουρκ.].
planet = πλανήτης [αρχ. ελλ. > γαλλ. planète > τουρκ.].

plânkton
= βλ. plankton
plankton = πλαγκτόν [αντιδ. αρχ. ελλ. πλαγκτόν > αγγλ., γερμ. plankton > τουρκ., νεοελλ.].
plâstik = βλ. plastik
plastik = πλαστικό, πλαστικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. plastique > τουρκ.].
platin = πλατίνα [αντιδ. αρχ. ελλ. πλατύς > λατ. *plattus > ισπ. platina (= ασήμι) > νεοελλ., τουρκ.].
plâtonik = βλ. platonik
platonik = πλατωνικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. platonique > τουρκ.].
plâzma = βλ. plazma
plazma
=  πλάσμα (ιατρ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. plasma > τουρκ.].
plutokrasi = βλ. plütokrasi
plütokrasi =
πλουτοκρατία [αρχ. ελλ. > γαλλ. ploutocratie > τουρκ.].
Plüton = Πλούτων [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
polemik = πολεμική [αρχ. ελλ. > γαλλ. polémique > τουρκ.].
poliandri = πολυανδρία [μετγν. ελλ. > γαλλ. polyandrie > τουρκ.].
polifoni = πολυφωνία [μετγν. ελλ. > γαλλ. polyphonie > τουρκ.].
poligam = πολύγαμος [μετγν. ελλ. > γαλλ. polygame > τουρκ.].
poligami = πολυγαμία [μετγν. ελλ. > γαλλ. polygamie > τουρκ.].
poligon = πολύγωνο [αρχ. ελλ. > γαλλ. polygone > τουρκ.].
poliklinik = πολυκλινική [ελλ. > γαλλ. policlinique > τουρκ.].
polimeri = πολυμέρεια [μετγν. ελλ. > γαλλ. polymérie > τουρκ.].
polip = πολύποδας [αρχ. ελλ. πολύπους > γαλλ. polype > τουρκ.].
polis = αστυνομία [αρχ. ελλ. πόλις > γαλλ. police > τουρκ.].
politeist = πολυθεϊστής [ελλ. > γαλλ. polythéiste > τουρκ.].
politeizm = πολυθεϊσμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. polythéisme > τουρκ.].
politik = πολιτικός (επιθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. politique > τουρκ.].
politika = πολιτική (ουσ.) [αρχ. ελλ. > ιταλ. politica > τουρκ.].
politikacı = πολιτικός (ουσ.) [αρχ. ελλ. πολιτική > ιταλ. politica + τουρκ. - > τουρκ.].
porfir = πορφυρίτης [ελλ. > γαλλ. porphyre > τουρκ.].
pornografi = πορνογραφία [αντιδ. μετγν. ελλ. > γαλλ. pornographie > τουρκ., νεοελλ.].
poyraz = βοριάς [αρχ. ελλ. βορέας > τουρκ. poyraz, με αντιμετάθεση].
poz = πόζα [αντιδ. μετγν. ελλ. παύσις > λατ. pausa > γαλλ. pose > τουρκ., νεοελλ.].
pragmatik = πραγματικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. pragmatique > τουρκ.].
pragmatist = πραγματιστής [ελλ. > γαλλ. pragmatiste > τουρκ.].
pragmatizm = πραγματισμός [ελλ. > γαλλ. pragmatisme > τουρκ.].
pratik = πρακτικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. pratique > τουρκ.].

prehistorik
=  προϊστορικός [ελλ. > γαλλ. préhistorique > τουρκ.].
prehistorya = προϊστορία [αρχ. ελλ. ιστορία > λατ. *pr
aehistoria > τουρκ.].
presbit = πρεσβύωπας [ελλ. > γαλλ. presbyte > τουρκ.].
prizma = πρίσμα [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
problem = πρόβλημα [αρχ. ελλ. > γαλλ. problème > τουρκ.].
program = πρόγραμμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. programme > τουρκ.].
prolog = πρόλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. prologue > τουρκ.].
prostat = προστάτης (ανατ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. prostate > τουρκ.].
prostela = μπροστέλα [μεσν. ελλ. εμπροστά + -έλα > εμπροστέλα > μπροστέλα > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη σλαβ. prestela > νεοελλ. μπροστέλα, με παρετυμολ. επίδραση του εμπρός. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
protein = πρωτεΐνη [αντιδ. μετγν. ελλ. πρώτειος > γαλλ. protéine > τουρκ., νεοελλ.].
protez = τεχνητό μέλος του σώματος || πρόθεμα (γλωσ.) [αρχ. ελλ. πρόθεσις > γαλλ. prothèse > τουρκ.].
protokol = πρωτόκολλο [μετγν. ελλ. πρωτόκολλον > γαλλ. protocole > τουρκ.].
proton
= πρωτόνιο [αντιδ. αρχ. ελλ. πρώτον > γαλλ. proton > τουρκ., νεοελλ.].
protoplâzma = βλ. protoplazma
protoplazma = πρωτόπλασμα [ελλ. > γαλλ. protoplasma > τουρκ.].
prototip = πρωτότυπος [μετγν. ελλ. > γαλλ. prototype > τουρκ.].

prozodi = προσωδία [αρχ. ελλ. > γαλλ. prosodie > τουρκ.].
pruva = πλώρη [αρχ. ελλ. πρώρα > ιταλ. prua > τουρκ.].
psikanaliz = ψυχανάλυση [ελλ. > γαλλ. psychanalyse > τουρκ.].
psikasteni = ψυχασθένεια [ελλ. > γαλλ. psychasthénie > τουρκ.].
psikiyatr = ψυχίατρος [ελλ. > γαλλ. psychiatre > τουρκ.].
psikiyatri = ψυχιατρική [ελλ. > γαλλ. psychiatrie > τουρκ.].
psikolog = ψυχολόγος [ελλ. > γαλλ. psychologue > τουρκ.].
psikoloji =  ψυχολογία [ελλ. > γαλλ. psychologie > τουρκ.].
psikolojik = ψυχολογικός [ελλ. > γαλλ. psychologique > τουρκ.].
psikolojizm = ψυχολογισμός [ελλ. > γαλλ. psycologisme > τουρκ.].
psikometri = ψυχομετρία [ελλ. > γαλλ. psychomètrie > τουρκ.].
psikopati = ψυχοπάθεια [ελλ. > γαλλ. psychopathie > τουρκ.].
psikoz = ψύχωση [μετγν. ελλ. > γαλλ. psychose > τουρκ.].
psişik = ψυχικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. psychique > τουρκ.].