ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Ε : ε
efendi
= αφέντης [αρχ. ελλ. αυθέντης > μεσν. ελλ. αφέντης > τουρκ.].
efendilik = αφεντιά [μεσν. ελλ. αφέντης + τουρκ. -lik > τουρκ.].
egemen = κυρίαρχος, ανεξάρτητος [αρχ. ελλ. ηγεμών > τουρκ.].

egoi
st = εγωιστής [ελλ. > γαλλ. egoïste > τουρκ.].
egoizm = εγωισμός [ελλ. > γαλλ. egoïsme > τουρκ.].
egzama = έκζεμα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
egzogami = εξωγαμία [νεοελλ. > γαλλ. exogamie > τουρκ.].
egzotik = εξωτικός [αντιδ. αρχ. ελλ. έξω > αρχ. ελλ. εξωτικός > γαλλ. exotique > τουρκ., νεοελλ.].

eklekti
k = εκλεκτικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. éclectique > τουρκ.].
eklektizm = εκλεκτισμός, εκλεκτικισμός [ελλ. > γαλλ. éclectisme > τουρκ.].

ekli
ptik = εκλειπτική [μετγν. ελλ. > γαλλ. écliptique > τουρκ.].
eko = ηχώ [αρχ. ελλ. > γαλλ. écho > τουρκ.].
ekol = σχολή, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό ρεύμα [αρχ. ελλ. σχολή > λατ. schola > γαλλ. école > τουρκ., πβ. okul].

ekolali = ηχολαλία [ελλ. > γαλλ. echolalie > τουρκ.].

ekolog
= οικολόγος [ελλ. > γαλλ. écologue > τουρκ.].
ekoloji = οικολογία [ελλ. > γαλλ. écologie > τουρκ.].
ekolojik = οικολογικός [ελλ. > γαλλ. écologique > τουρκ.].

ekonometri
= οικονομετρία [ελλ. > γαλλ. économétrie > τουρκ.].
ekonomi = οικονομία [αρχ. ελλ. > γαλλ. économie > τουρκ.].
ekonomik = οικονομικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. économique > τουρκ.].

ekonomist
= οικονομολόγος [ελλ. > γαλλ. économiste > τουρκ.].
ekopraksi = ηχοπραξία, ηχοκινησία [ελλ. > γαλλ. échopraxie > τουρκ.].
eksen = άξονας [αρχ. ελλ. άξων > τουρκ.].
elastik = ελαστικός [αντιδ. μετγν. ελλ. ελαστός > γαλλ. élastique > τουρκ., νεοελλ.].
elastikî = ελαστικός [μετγν. ελλ. ελαστός > γαλλ. élastique + αραβ. -î > τουρκ.].
elastikiyet = ελαστικότητα [ελλ. > γαλλ. élastique + αραβ. -iyyet > τουρκ.].
elektrik = ηλεκτρικός [ελλ. > γαλλ. électrique > τουρκ.].
elektrikçi = ηλεκτρολόγος [ελλ. > γαλλ. électrique + τουρκ. -çi > τουρκ.].
elektriklenmek = ηλεκτρίζω [ελλ. > γαλλ. électrique + τουρκ. -lenmek > τουρκ.].
elektrolit
= ηλεκτρολύτης [ελλ. > γαλλ. électrolyte > τουρκ.].
elektroliz = ηλεκτρόλυση [ελλ. > γαλλ. électrolyse > τουρκ.].

elektromanyetizma
= ηλεκτρομαγνητισμός [ελλ. > γαλλ. électromagnetisme > τουρκ.].
elektromekanik = ηλεκτρομηχανικός [ελλ. > γαλλ. électromécanique > τουρκ.].
elektron = ηλεκτρόνιο [ελλ. > γαλλ. électron > τουρκ.].
elektronik = ηλεκτρονικός [ελλ. > γαλλ. électronique > τουρκ.].
elektroskop = ηλεκτροσκόπιο [ελλ. > γαλλ. électroscope > τουρκ.].
elektrostatik = ηλεκτροστατική [ελλ. > γαλλ. électrostatique > τουρκ.].
elektrot = ηλεκτρόδιο [ελλ. > γαλλ. électrode > τουρκ.].
elips = έλλειψη (γεωμ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. ellipse > τουρκ.].
elipsoit = ελλειψοειδής [ελλ. > γαλλ. ellipsoïde > τουρκ.].
eliptik = ελλειπτικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. elliptique > τουρκ.].
embriyoloji = εμβρυολογία [ελλ. > γαλλ. embryologie > τουρκ.].

embriyoloji
k = εμβρυολογικός [ελλ. > γαλλ. embryologique > τουρκ.].
embriyon = έμβρυο [αρχ. ελλ. > γαλλ. embryon > τουρκ.].
endemik = ενδημικός [ελλ. > γαλλ. endémique > τουρκ.].

endo
krin = ενδοκρινής [ελλ. > γαλλ. endocrine > τουρκ.].
endo
krinoloji = ενδοκρινολογία [ελλ. > γαλλ. endocrinologie > τουρκ.].
endo
krinolojik = ενδοκρινολογικός [ελλ. > γαλλ. endocrinologique > τουρκ.].
endoskop = ενδοσκόπιο [ελλ. > γαλλ. endoscope > τουρκ.].
endoskopi = ενδοσκοπία [ελλ. > γαλλ. endoscopie > τουρκ.].
enerji = ενέργεια [αρχ. ελλ. > γαλλ. énergie > τουρκ.].
enerjik = ενεργειακός || ενεργητικός [αρχ. ελλ. ενεργητικός > γαλλ. énergique > τουρκ.].
engebe = εδαφική διαμόρφωση και ανωμαλία [αρχ. ελλ. εγκόπτω > μετγν. ελλ. εγκοπή > τουρκ.].
enginar = αγκινάρα [αρχ. ελλ. κυνάρα > μετγν. ελλ. κινάρα > μεσν. ελλ. αγκινάρα > τουρκ.].
entelekya = εντελέχεια [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
entimem = ενθύμημα (λογ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. enthymème > τουρκ.].
entomoloji = εντομολογία [ελλ. > γαλλ. entomologie > τουρκ.].

entomoloji
k = εντομολογικός [ελλ. > γαλλ. entomologique > τουρκ.].
entomoloji
st = εντομολόγος [ελλ. > γαλλ. entomologiste > τουρκ.].
entropi = εντροπία (στατιστ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. entropie > τουρκ., νεοελλ.].

enzim = ένζυμο [αντιδ. μεσν. ελλ. ένζυμος > γαλλ. enzym > νεοελλ., τουρκ.].
epidem
i = επιδημία [αρχ. ελλ. > γαλλ. épidémie > τουρκ.].
epidem
ik = επιδημικός [νεοελλ. > γαλλ. épidémique > τουρκ.].
epidem
ioloji = επιδημιολογία [ελλ. > γαλλ. épidémiologie > τουρκ.].
epiderm = επιδερμίδα [αρχ. ελλ. επιδερμίς > γαλλ. épiderme > τουρκ.].

epifit = επίφυτος, παράσιτο φυτό [ελλ. > γαλλ. épiphyte > τουρκ.].
epigrafi = επιγραφική [μετγν. ελλ. επιγραφικός > γαλλ. épigraphie > τουρκ.].
epigram = επίγραμμα [αρχ. ελλ. > γαλλ. épigramme > τουρκ.].
epik = επικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. épique > τουρκ.].
epikerem = επιχείρημα [αρχ. ελλ. > γαλλ. épichérème > τουρκ.].
epilepsi = επιληψία [αρχ. ελλ. > γαλλ. épilepsie > τουρκ.].
epileptik = επιληπτικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. épileptique > τουρκ.].

epilog
= επίλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. épilogue > τουρκ.].
episantır = επίκεντρο σεισμού [αρχ. ελλ. επίκεντρον > γαλλ. épicentre > τουρκ.].
epistemoloji = επιστημολογία [ελλ. > γαλλ. épistémologie > τουρκ.].

epistemolojik
= επιστημολογικός [ελλ. > γαλλ. épistémologique > τουρκ.].
epitelyum = επιθήλιο [ελλ. > γαλλ. épithelium > τουρκ.].
epope = εποποιία [αρχ. ελλ. > γαλλ. épopée > τουρκ.].
erganun = όργανο εκκλησιαστικό [αρχ. ελλ. όργανον > τουρκ.].
ergonomi = εργονομία [ελλ. > γαλλ. ergonomie > τουρκ.].
ergonomik = εργονομικός [ελλ. > αγγλ. ergonomic > τουρκ.].
eristik = εριστικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. éristique > τουρκ.].
erkete (argo) = παρακολούθηση κάποιου [αρχ. ελλ. έρχεται > τουρκ.].
eroin = ηρωίνη [αντιδ. αρχ. ελλ. ηρωίνη > γαλλ. héroïne > τουρκ., νεοελλ.].
eros = έρως [αρχ. ελλ. > γαλλ. éros > τουρκ.].

erosal
= ερωτικός [αρχ. ελλ. έρως > γαλλ. éros + τουρκ. -al > τουρκ.].
erotik
= ερωτικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. érotique > τουρκ.].
erotizm
= ερωτισμός [ελλ. > γαλλ. érotisme > τουρκ.].
eskatologya = εσχατολογία [ελλ. > τουρκ.].
eskiz = σχεδιάγραμμα, προσχέδιο [μετγν. ελλ. σχέδιον > γαλλ. esquisse > τουρκ.].
estetik = αισθητικός, αισθητική [αρχ. ελλ. > γαλλ. esthétique > τουρκ.].

estetikçi
= αισθητικός (ουσ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. esthétique + τουρκ. -çi > τουρκ.].
estetizm = αισθητισμός [ελλ. > γαλλ. esthétisme > τουρκ.].
eter = αιθέρας [αρχ. ελλ. αιθήρ > λατ. aether > γαλλ. éther > τουρκ.].
etik = ηθική (ουσ.), ηθικός (επίθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. éthique > τουρκ.].

etimoloji = ετυμολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. étymologie > τουρκ.].

etimolojik
= ετυμολογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. étymologique > τουρκ.].
eti
yoloji = αιτιολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. étiologie > τουρκ.].
etiyolojik
= αιτιολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. étiologique > τουρκ.].
etnik = εθνικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. ethnique > τουρκ.].

etnografik
= εθνογραφικός [ελλ. > γαλλ. ethnographique > τουρκ.].
etnografya = εθνογραφία [ελλ. > γαλλ. ethnographie > τουρκ.].
etnolog = εθνολόγος [ελλ. > γαλλ. ethnologue > τουρκ.].
etnoloji = εθνολογία [ελλ. > γαλλ. ethnologie > τουρκ.].

etnolojik
= εθνολογικός [ελλ. > γαλλ. ethnologique > τουρκ.].
etoloji = ηθολογία (βιολ.) [νεοελλ. > γαλλ. éthologie > τουρκ.].

etolojik
= ηθολογικός (βιολ.) [νεοελλ. > γαλλ. éthologique > τουρκ.].
etüv = αποστειρωτήρας [αρχ. ελλ. τύφω (= καπνίζω) > γαλλ. étuve > τουρκ.].
evdemonizm = ευδαιμονισμός [αρχ. ελλ. > γαλλ. eudémonisme > τουρκ.].
evlek = αυλακιά, αυλάκι [μετγν. ελλ. αυλάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. αύλαξ > νεοελλ. αυλάκι > τουρκ.].
ezoterik = εσωτερικός, μυστικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. ésotérique > τουρκ.].


F : φε
fagosit
= φαγοκύτταρο [ελλ. > γαλλ. phagocyte > τουρκ.].
fagositoz = φαγοκυττάρωση, φαγοκύτωση [ελλ. > γαλλ. phagocytose > τουρκ.].
falaka = φάλαγγας [αρχ. ελλ. φάλαγξ > αραβ. > τουρκ.].
fallus = φαλλός, το ανδρικό γεννητικό όργανο [αρχ. ελλ. > λατ. phallus > τουρκ.].
falyanos = είδος φάλαινας [αρχ. ελλ. φάλλαινα > τουρκ.].

fangri
= φαγγρί, είδος ψαριού [μεσν. ελλ. φαγρίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. φάγρος > μεσν. ελλ. φαγγρί > τουρκ.].
fantasma = φάντασμα, οπτασία [αρχ. ελλ. > γαλλ. fantasme > τουρκ.].
fantastik = φανταστικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. fantastique > τουρκ.].
fantaziye = βλ. fantezi
fantazya = επίδειξη αράβων ιππέων σε γιορτές [αρχ. ελλ. φαντασία > τουρκ.].
fantezi = φαντασία, φαντασίωση, φανταστικός [αρχ. ελλ. φαντασία > γαλλ. fantaisie > τουρκ.].
fanus = φανός [αρχ. ελλ. > τουρκ.].

fanya = πρόσθετο αλιευτικό δίχτυ με μεγάλα "μάτια", δηλ. θηλιές [νεοελλ. φανιά (= όψη, πλευρά διχτυού με μεγάλες θηλιές) > τουρκ.].
far = φανάρι τροχοφόρων [μετγν. ελλ. φάρος > γαλλ. phare > τουρκ.].
farenjit = φαρυγγίτιδα [ελλ. > γαλλ. pharyngite > τουρκ.].
farmakoloji = φαρμακολογία [ελλ. > γαλλ. pharmacologie > τουρκ.].

farmakoloji
k = φαρμακολογικός [ελλ. > γαλλ. pharmacologique > τουρκ.].
fasulye = φασόλι [μεσν. ελλ. φασηόλιον > τουρκ.].
fayton = παϊτόνι, άμαξα || είδος πουλιού [αρχ. ελλ. Φαέθων > γαλλ. phaéton > τουρκ. fayton, payton, βλ. λέξη].
faz = φάση [αρχ. ελλ. > γαλλ. phase > τουρκ.].
felsefe = φιλοσοφία [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
fener = φανάρι [νεοελλ. > τουρκ.].
fenomen = φαινόμενο [αρχ. ελλ. > γαλλ. phénomène > τουρκ.].
fenomenizm = φαινομενισμός [ελλ. > γαλλ. phénomènisme > τουρκ.].
fenomenoloji = φαινομενολογία [ελλ. > γαλλ. phénoménologie > τουρκ.].

fenomenoloji
k = φαινομενολογικός [ελλ. > γαλλ. phénoménologique > τουρκ.].
ferace = φερετζές [πιθ. αντιδ. μεσν. ελλ. φορεσία > αραβ. > τουρκ., νεοελλ. φερετζές].
fesleğen = βασιλικός (φυτ.) [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
feylesof = φιλόσοφος [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
çı = βουτσί, μεγάλο βαρέλι [μετγν. ελλ. βούττις > μετγν. ελλ. βουττίον > μεσν. ελλ. βουτσίον > νεοελλ. βουτσί > τουρκ.].
fındık = φουντούκι [αντιδ. αρχ. ελλ. Πόντος > μετγν. ελλ. ποντικόν (κάρυον) > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ.].
fırça = βούρτσα [πιθ. αρχ. ελλ. βύρσα (= κατεργασμένο δέρμα) > μεσν. ελλ. *βύρτσα, από το βυρτσίζω > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη από το αρχ. γερμ. burstja ή το αλβ. vurcë. Σύμφωνα με το online λεξικό
του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
fıstık = φιστίκι [αντιδ. μετγν. ελλ. πιστάκιον, υποκορ. του πιστάκη, αβέβ. ετύμου > αραβ. > τουρκ. > νεοελλ.].
fışkı = κοπριά [αρχ. ελλ. φύσκη > μετγν. ελλ. φύσκιον > νεοελλ. φουσκί > τουρκ.].

fidan = νεαρό φυτό, φυντάνι [αντιδ. μετγν. ελλ. φυτάνη > τουρκ. fidan > νεοελλ. φυντάνι].
fide = νεαρό φυτό για μεταφύτευση [αρχ. ελλ. φυτόν ή φυτεία > τουρκ.].
fiğ = βίκος (βοτ.) [μετγν. ελλ. βικίον > τουρκ.].

filantrop = φιλάνθρωπος [αρχ. ελλ. > γαλλ. philantrope > τουρκ.].
filarmoni = φιλαρμονία, αγάπη προς τη μουσική [ελλ. > γαλλ. philharmonie > τουρκ.].
filarmonik = φιλαρμονική [ελλ. > γαλλ. philharmonique > τουρκ.].
filateli = φολοτελισμός [αρχ. ελλ. φίλος + ατέλεια > γαλλ. philatélie > τουρκ.].

filenk = στρογγυλά δοκάρια που τοποθετούνται κάτω από μεγάλα βάρη, ιδίως σκάφη, για να διευκολύνουν τη μετακίνησή τους [μετγν. ελλ. φαλάγγιον (= στρογγυλό ξύλο), υποκορ. του αρχ. ελλ. φάλαγξ > τουρκ.].
filika = φελούκα, βάρκα έκτακτης ανάγκης πλοίου [πιθ. αντιδ. μετγν. ελλ. εφόλκιον > αραβ. > ιταλ. feluca > τουρκ., νεοελλ. φελούκα].
filiskin = φλησκούνι [αρχ. ελλ. βλήχων / γλήχων > μεσν. ελλ. βλησκούνι(ο)ν / φλησκούνιν > τουρκ.].
filiz = βλαστός [πιθ. αρχ. ελλ. φυλλίς, υποκορ. του φύλλον > τουρκ.].
filizî = ανοιχτό πράσινο χρώμα του βλαστού [πιθ. αρχ. ελλ. φυλλίς > τουρκ. filiz + αραβ. -î].

filoksera = φυλλοξήρα, φυλλοξέρα [ελλ. > γαλλ. phylloxéra > τουρκ.].
filolog = φιλόλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. philologue > τουρκ.].
filoloji = φιλολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. philologie > τουρκ.].
filolojik = φιλολογικός [μεσν. ελλ. φιλολογικός > γαλλ. philologique > τουρκ.].
filoz = φελλός που χρησιμοποιείται στα δίχτυα των ψαράδων [αρχ. ελλ. φελλός > τουρκ.].
filozof = φιλόσοφος [αρχ. ελλ. > γαλλ. philosophe > τουρκ.].

filozofik
= φιλοσοφικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. philosophique > τουρκ.].
fire = φύρα [αρχ. ελλ. φυρώ (= αναμειγνύω) > μεσν. ελλ. φύρα > τουρκ.].

firfiri = λαμπρό κόκκινο χρώμα [αρχ. ελλ. πορφύρα > αραβ. > τουρκ.].
fiske = φούσκα, φουσκάλα || φούσκος, το χαστούκι [αρχ. ελλ. φύσκη > μετγν. ελλ. φούσκα > τουρκ.].
fitopatoloji = φυτοπαθολογία [ελλ. > γαλλ. phytopathologie > τουρκ.].

fitopatoloji
k = φυτοπαθολογικός [ελλ. > γαλλ. phytopathologique > τουρκ.].
fizik = φυσική [αρχ. ελλ. > γαλλ. physique > τουρκ.].
fizyoloji = φυσιολογία [αρχ. ελλ. > γαλλ. physiologie > τουρκ.].
fizyolojik = φυσιολογικός [αρχ. ελλ. φυσιολογικός > γαλλ. physiologique > τουρκ.].
fizyonomi = φυσιογνωμία [μετγν. ελλ. φυσιογνωμία > γαλλ. physionomie > τουρκ.].
fizyoterapi = φυσιοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. physiothérapie > τουρκ.].
flebit = φλεβίτιδα [ελλ. > γαλλ. phlébite > τουρκ.].
flegmon = φλεγμονή [αρχ. ελλ. > γαλλ. phlegmon > τουρκ.].
flurya = φλώρος, είδος ωδικού πτηνού [αρχ. ελλ. χλωρίων > μεσν. ελλ. φλώρος > τουρκ.].
fok = φώκια [αρχ. ελλ. φώκη > γαλλ. phoque > τουρκ.].
fol = φώλι, φώλος [αρχ. ελλ. φωλεά > νεοελλ. φωλιά > φώλι > τουρκ.].
folluk = χώρος που προορίζεται να γεννούν οι κότες [αρχ. ελλ. φωλεά > νεοελλ. φωλιά > φώλι + τουρκ. -luk > τουρκ.].
fonem = φώνημα [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. phonème > τουρκ., νεοελλ.].
fonetik = φωνητικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. phonétique > τουρκ.].
fonograf = φωνογράφος [ελλ. > γαλλ. phonographe > τουρκ.].
fonografi = φωνογραφία [ελλ. > γαλλ. phonographie > τουρκ.].
fonojenik = φωνογενής [ελλ. > γαλλ. phonogénique > τουρκ.].
fonoloji = φωνολογία [ελλ. > γαλλ. phonologie > τουρκ.].

fonolojik
= φωνολογικός [ελλ. > γαλλ. phonologique > τουρκ.].
foroz = ψαριά, το σύνολο των ψαριών του διχτυού [αρχ. ελλ. φορά > τουρκ.].
fosfor = φωσφόρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. phosphore > τουρκ.].

fota = είδος βουτσιού για κρασί [μετγν. ελλ. βούττις (= κάδος) > νεοελλ. βούτα > τουρκ.].
foto = φως [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
fotoelektrik = φωτοηλεκτρικός, φωτοηλεκτρισμός [ελλ. > γαλλ.
photoélectrique > τουρκ.].
fotoğraf, fotoğrafya = φωτογραφία [ελλ. > γαλλ. photographe > τουρκ.].
fotojenik = φωτογενής [μετγν. ελλ. > γαλλ. photogénique > τουρκ.].
fotokopi = φωτοτυπία [αρχ. ελλ. φωτο- + γαλλ. copie > γαλλ. photocopie > τουρκ.].
fotomekanik = φωτομηχανικός [ελλ. > γαλλ.
 photomécanique > τουρκ.].
fotometre = φωτόμετρο [ελλ. > γαλλ. photomètre > τουρκ.].
fotometri = φωτομετρία [ελλ. > γαλλ. photométrie > τουρκ.].
fotosentez = φωτοσύνθεση [ελλ. > γαλλ. photosynthèse > τουρκ.].
fotosfer = φωτόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. photosphère > τουρκ.].
fototaksi = φωτοταξία [ελλ. > γαλλ. phototaxie > τουρκ.].
fototaktizm = φωτοτακτισμός [ελλ. > γαλλ. phototactisme > τουρκ.].
fototerapi = φωτοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. photothérapie > τουρκ.].
fototropizm = φωτοτροπισμός [ελλ. > γαλλ. phototropisme > τουρκ.].
frenoloji = φρενολογία [ελλ. > γαλλ. phrénologie > τουρκ.].

frisa = ρέγκα καπνιστή [αρχ. ελλ. θρίσσα > νεοελλ. φρίσσα > τουρκ.].

futa = είδος αγωνιστικού πλοιαρίου [μετγν. ελλ. βούττις (= κάδος) > νεοελλ. βούτα > τουρκ.].


G : γκε
galaksi
= γαλαξίας [αρχ. ελλ. γαλαξίας (κύκλος) > γαλλ. galaxie > τουρκ.].
galoş
= γαλότσα [αρχ. ελλ. καλόπους > λατ. calopus > γαλ. galoche > τουρκ.].

garoz = τα εντόσθια της παλαμίδας και του τορικιού [αρχ. ελλ. γάρος (= είδος σάλτσας από άρμη και εντόσθια ψαριών) > τουρκ.].
gam = γκάμμα [αντιδ. αρχ. ελλ. γάμμα > ιταλ. gammα, γαλλ. gamme > τουρκ., νεοελλ.].
gamet = γαμέτης [αντιδ. αρχ. ελλ. γαμέτης > γαλλ. gamète > τουρκ., νεοελλ.].
gangren = βλ. kangren
gargara = γαργάρα [νεοελλ. γαργάρα > τουρκ.].

gastrit
= γαστρίτιδα [ελλ. > γαλλ. gastrite > τουρκ.].
gastronom
= γαστρονόμος [νεοελλ. > γαλλ. gastronome > τουρκ.].
gastronomi
= γαστρονομία [μετγν. ελλ. > γαλλ. gastronomie > τουρκ.].
gem = γκέμι, χαλινάρι [πιθ. αντιδ. αρχ. ελλ. κημός ("στομίς τω χαλινώ εμφερής", Ησύχ., πβ. Ξεν. Ιππ. 5, 3) > τουρκ. > νεοελλ. γκέμι].
genetik = γενετικός [ελλ. > γαλλ. génétique > τουρκ.].
geometri = γεωμετρία [αρχ. ελλ. > γαλλ. géométrie > τουρκ.].
geometrik
= γεωμετρικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. géométrique > τουρκ.].
gitar = κιθάρα [αρχ. ελλ. > γαλλ. guitare > τουρκ.].
glikoz = γλυκόζη [ελλ. > γαλλ. glycose > τουρκ.].
gliserin = γλυκερίνη [ελλ. > γαλλ. glycérine > τουρκ.].
gondol = γόνδολα [πιθ. αντιδ. μεσν. ελλ. κοντούρα > ιταλ. gondola > τουρκ., νεοελλ.].
gönder = κοντάρι [μετγν. ελλ. κοντάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κοντός > μεσν. ελλ. κοντάρι(ν) > τουρκ.].
gönye = γωνία, τρίγωνο, γνώμονας [αρχ. ελλ. γωνία > τουρκ.].
grafik = γραφικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. graphique > τουρκ.].
grafit = γραφίτης [αντιδ. αρχ. ελλ. γράφω > γαλλ. graphite > τουρκ., νεοελλ.].

grafolog
= γραφολόγος [ελλ. > γαλλ. graphologue > τουρκ.].
grafoloji = γραφολογία [ελλ. > γαλλ. graphologie > τουρκ.].
gram = γραμμάριο [μετγν. ελλ. > γαλλ. gramme > τουρκ.].

gramer
= γραμματική [αρχ. ελλ. > γαλλ. grammaire > τουρκ.].
gramofon = γραμμόφωνο [ελλ. > γαλλ. gramophone > τουρκ.].
grotesk = γκροτέσκο [αρχ. ελλ. κρύπτη > λατ. crypta > ιταλ. grotta > ιταλ. grottesca > γαλλ. grotesque > τουρκ.].
gübre = κοπριά [αρχ. ελλ. κοπρία > τουρκ.].
güderi = δέρμα κατσίκας [μεσν. ελλ. κωδάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κώδιον (= προβιά, δέρμα προβάτου) > τουρκ.].
güğüm = γκιούμι, μεταλλικό κανάτι [Τα ελληνικά ετυμολογικά λεξικά θεωρούν τη λέξη τουρκική. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας είναι ελληνική η λέξη. Πιθανώς θεωρεί ότι προέρχεται από το μεσν. ελλ. κουκούμιον, υποκορ. του λατ. cucuma (= λέβης, καζάνι)].

H : χε
halat
= καραβόσκοινο, παλαμάρι [αρχ. ελλ. καλώδιον, υποκορ. του κάλως (= σκοινί) > τουρκ.].
hale = άλως, φωτεινός δακτύλιος γύρω από τη σελήνη [αρχ. ελλ. άλως (= αλώνι) > αραβ. > τουρκ.].

halka
= χαλκάς [αντιδ. αρχ. ελλ. χαλκός > αραβ. > τουρκ. halka > νεοελλ. χαλκάς].
halter = αλτήρας [αρχ. ελλ. αλτήρ > γαλλ. haltère > τουρκ.].
hani = χάννος (ιχθ.) [αρχ. ελλ. χάννα/-η > τουρκ.].
harharyas = καρχαρίας [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
harita, harta = χάρτης [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
harmoni, armoni = αρμονία [αρχ. ελλ. > γαλλ. harmonie > τουρκ.].
harmonyum = αρμόνιο [αντιδ. αρχ. ελλ. αρμονία > λατ. harmonia > αγγλ., γαλλ. harmonium > τουρκ., νεοελλ.].
haydi = άντε, άιντε [αρχ. ελλ. άγετε > νεοελλ. άιντε > τουρκ.].
hedonizm = ηδονισμός [ελλ. > γαλλ. hédonisme > τουρκ.].
hegemonya = ηγεμονία [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
hektar = εκτάριο [αντιδ. αρχ. ελλ. εκατόν + γαλλ. -are > γαλλ. hectare > τουρκ., νεοελλ.].
hektogram = εκατό γραμμάρια [αρχ. ελλ. εκατόν + γραμμάριον > γαλλ. hectogramme > τουρκ.].
hektolitre = εκατόλιτρο [ελλ. > γαλλ. hectolitre > τουρκ.].
hektometre = εκατόμετρο [ελλ. > γαλλ. hektomètre > τουρκ.].
helezon = έλικας, κοχλίας [αρχ. ελλ. ελίσσων, μετχ. του ελίσσω > αραβ. > τουρκ.].
helikoit = ελικοειδής [μετγν. ελλ. > γαλλ. hélicoïde > τουρκ.].
helikopter = ελικόπτερο [ελλ. > γαλλ. hélicoptère > τουρκ.].
helis = έλικας (μαθ.) [αρχ. ελλ. έλιξ > γαλλ. hélice > τουρκ.].
helyoterapi = ηλιοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. héliothérapie > τουρκ.].
hematit = αιματίτης (λιθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. hématite > τουρκ.].
hematoloji = αιματολογία [ελλ. > γαλλ. hémat
ologie > τουρκ.].
hematoloji
k = αιματολογικός [ελλ. > γαλλ. hématologique > τουρκ.].
hemofili = αιμοφιλία [ελλ. > γαλλ. hémophilie > τουρκ.].
hemoroit = αιμορροΐδες [αρχ. ελλ. > αγγλ. hemorroid > τουρκ.].
hepatit = ηπατίτιδα [αρχ. ελλ. ηπατίτις > γαλλ. hépatite > τουρκ.].

herek = πάσσαλος για τη στήριξη αναρριχώμενων φυτών, φούρκα [αρχ. ελλ. χάραξ (= στήριγμα των κλημάτων, πάσσαλος) > τουρκ.].
heterodoks = ετερόδοξος [μετγν. ελλ. > γαλλ. hétérodoxe > τουρκ.].
heterogen = ετερογενής [αρχ. ελλ. > γαλλ. heterojen > τουρκ.].
heyula = η ύλη, το χάος [αρχ. ελλ. ύλη > αραβ. > τουρκ.].
hıristiyan = βλ. hristiyan
hidrodinamik = υδροδυναμική [ελλ. > γαλλ. hydrodynamique > τουρκ.].
hidroelektrik = υδροηλεκτρικός [ελλ. > γαλλ. hydro-électrique > τουρκ.].
hidrofil
= υδρόφιλος [ελλ. > γαλλ. hydrophile > τουρκ.].
hidrofor = υδροφόρος [αρχ. ελλ. > γαλλ. hydrophore > τουρκ.].
hidrografi = υδρογραφία [ελλ. > γαλλ. hydrographie > τουρκ.].
hidrojen = υδρογόνο [ελλ. > γαλλ. hydorogène > τουρκ.].
hidroksil = υδροξύλιο [ελλ. > γαλλ. hydroxile > τουρκ.].
hidroksit = υδροξίδιο [ελλ. > γαλλ. hydroxide > τουρκ.].
hidroliz = υδρόλυση [ελλ. > γαλλ. hydrolyse > τουρκ.].
hidroloji = υδρολογία [ελλ. > γαλλ. hydrologie > τουρκ.].
hidrometre = υδρόμετρο [ελλ. > γαλλ. hydromètre > τουρκ.].
hidrosfer = υδρόσφαιρα [ελλ. > γαλλ. hydrosphère > τουρκ.].
hidroskopi = υδροσκοπία [μετγν. ελλ. > γαλλ. hydroscopie > τουρκ.].
hidrostatik = υδροστατική [ελλ. > γαλλ. hydrostatique > τουρκ.].
hidroterapi = υδροθεραπεία [ελλ. > γαλλ. hydrothérapie > τουρκ.].
higrometre = υγρόμετρο [μετγν. ελλ. > γαλλ. hygromètre > τουρκ.].
higroskop = υγροσκόπιο [ελλ. > γαλλ. hygroscope > τουρκ.].
hijyen = υγιεινή (ουσ.), υγιεινός [αρχ. ελλ. υγιεινός > γαλλ. hygiène > τουρκ.].
hilozoizm = υλοζωισμός [ελλ. > γαλλ. hylozoïsme > τουρκ.].
himen = παρθενικός υμένας [αρχ. ελλ. υμήν > γαλλ. hymen > τουρκ.].
hiperbol = υπερβολή (μαθ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. hyperbole > τουρκ.].
hiperbolik = υπερβολικός (μαθ.) [μετγν. ελλ. > γαλλ. hyperbolique > τουρκ.].
hiperboloit = υπερβολοειδής (μαθ.) [ελλ. > γαλλ. hyperboloïde > τουρκ.].
hipermetrop = υπερμέτρωψ [ελλ. > γαλλ. hypermétrope > τουρκ.].
hipnoz = ύπνωση [ελλ. > γαλλ. hypnose > τουρκ.].
hipodrom = ιππόδρομος [αρχ. ελλ. > γαλλ. hippodrome > τουρκ.].
hipofiz = υπόφυση [μετγν. ελλ. > γαλλ. hypophyse > τουρκ.].
hipopotam = ιπποπόταμος
[μετγν. ελλ. > γαλλ. hippopotame > τουρκ.].
hipostaz = υπόσταση [αρχ. ελλ. > γαλλ. hypostase > τουρκ.].
hipotenüs = υποτείνουσα [αρχ. ελλ. > γαλλ. hypoténuse > τουρκ.].
hipotetik = υποθετικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. hypothétique > τουρκ.].
hipotez = υπόθεση [αρχ. ελλ. > γαλλ. hypothèse > τουρκ.].
histerezis = καθυστέρηση τοκετού [αρχ. ελλ. υστέρησις > γαλλ. hystérésis > τουρκ.].
histeri = υστερία [αντιδ. αρχ. ελλ. υστέρα (= μήτρα) > γαλλ. hystérie > νεοελλ., τουρκ.].
hiyerarşi = ιεράρχηση [μεσν. ελλ. > γαλλ. hiérarchie > τουρκ.].
hiyeroglif = ιερογλυφικά [μετγν. ελλ. > γαλλ. hiéroglyphe > τουρκ.].
homojen = ομογενής [αρχ. ελλ. > γαλλ. homogène > τουρκ.].
homolog = ομόλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. homologue > τουρκ.].
homonim = ομώνυμος [αρχ. ελλ. > γαλλ. homonyme > τουρκ.].
homoteti = ομοιοθεσία (γεωμ.) [ελλ. > γαλλ. homothétie > τουρκ.].
hora = κυκλικός χορός [αρχ. ελλ. χορεία > τουρκ.].
hormon = ορμόνη [αντιδ. αρχ. ελλ. ορμώ > γαλλ. hormone > τουρκ., νεοελλ.].
horon = γενική ονομασία ποντιακών χορών [αρχ. ελλ. χορόν, αιτ. του χορός > τουρκ.].
hoyrat = χωριάτης, άξεστος [μεσν. ελλ. > τουρκ., με αντιμετάθεση].
hristiyan = χριστιανός [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
huni = χωνί [μεσν. ελλ. χωνίον, υποκορ. του αρχ. ελλ. χώνη > νεοελλ. > τουρκ.].

I : ι άφωνο
ığrıp
= γρίπος, αλιευτικό μέσο [μετγν. ελλ. γρίπος > τουρκ.].
ıklim = βλ. iklim
ırgat = εργάτης [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ırıp = βλ. ığrıp
ıskara = βλ. ızgara
ıskarmoz
= σκαρμός, σκαλμός || είδος ψαριού [αρχ. ελλ. σκαλμός > μεσν. ελλ. σκαρμός > ιταλ. scarmo > τουρκ.].
ıspazmoz = σπασμός [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ıstakoz = αστακός [μεσν. ελλ. > τουρκ.].
ıstar = ιστός, υφαντικό εργαλείο [μετγν. ελλ. ιστάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. ιστός > τουρκ.].
ıstavroz = βλ.
istavroz
ızgara = σχάρα [μετγν. ελλ. > τουρκ.].

İ : ι
idea
= ιδέα [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ideal
= ιδεώδης [αρχ. ελλ. ιδέα > γαλλ. idéal > τουρκ.].
idealist = ιδεαλιστής [ελλ. > γαλλ. idéaliste > τουρκ.].
idealizm = ιδεαλισμός [ελλ. > γαλλ. idéalisme > τουρκ.].
ideolog = ιδεολόγος [ελλ. > γαλλ. idéologue > τουρκ.].
ideoloji = ιδεολογία [ελλ. > γαλλ. idéologie > τουρκ.].

ideolojik
= ιδεολογικός [ελλ. > γαλλ. idéologique > τουρκ.].
idil = ειδύλλιο (φιλ.) [μετγν. ελλ. > γαλλ. idylle > τουρκ.].
idiopati = ιδιοπάθεια [μετγν. ελλ. > γαλλ. idiopathie > τουρκ.].
idol = είδωλο [αρχ. ελλ. > λατ. idolum > γαλλ. idole > τουρκ.].
iklim = κλίμα [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ikon = θρησκευτική εικόνα [αρχ. ελλ. εικών > γαλλ. icône > τουρκ.].
ikonografi = εικονογραφία, μελέτη και ανάλυση των εικόνων [μετγν. ελλ. εικονογραφία > γαλλ. iconographie > τουρκ.].
iksir = ελιξήριο [μετγν. ελλ. ξηρίον (= σκόνη επουλωτική τραυμάτων) > αραβ. > τουρκ. Το νεοελλ. ελιξήριο είναι αντιδ. μέσου ξένου όρου, αγγλ. elixir, γαλλ. élixir].
ilistir = διυλιστήριο, φίλτρο [αρχ. ελλ. διυλίζω > μεσν. ελλ. διυλιστήριον > τουρκ.].
imbat = μπάτης, θαλασσινός αέρας [μετγν. ελλ. εμβάτης > τουρκ. Η ετυμολογία αυτή δεν είναι πιθανή, διότι η λ. εμβάτης σημαίνει είδος υποδήματος και μόνο κυριολεκτικά μπορεί να σημαίνει αυτόν που εισέρχεται κάπου, στην προκειμένη περίπτωση τον άνεμο που κατευθύνεται προς την ξηρά προερχόμενος από τη θάλασσα. Μια άλλη ετυμολογία που συνδέει τη λ. μπάτης με την τουρκ. λ. batı (= δύση) είναι προϊόν προφανώς παρετυμολογίας, διότι δύση και μπάτης τυχαία μόνο σχέση έχουν. Μια τρίτη πιθανότερη πρόταση είναι η σύνδεση της λ. με το ιταλ. vènto d' imbatto (= θαλασσινός άνεμος προς την ξηρά). Κατά συνέπεια το νεοελλ. μπάτης προέρχεται είτε από το τουρκ. imbat ή το ιταλ. imbatto].
incil = Ευαγγέλιο [αρχ. ελλ. ευαγγέλιον > αραβ. > τουρκ.].
inorganik = ανόργανος [μετγν. ελλ. > γαλλ. inorganique > τουρκ.].
ipotek = υποθήκη [αρχ. ελλ. > γαλλ. hypothèque > τουρκ.].
ipotetik = υποθετικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. hypothétique > τουρκ.].
ipotez = βλ. hipotez
iridyum = ιρίδιο [ελλ. > γαλλ. iridium > τουρκ.].
iris = ίριδα [αντιδ. αρχ. ελλ. ίρις > γαλλ. iris > τουρκ., νεοελλ.].
ironi = ειρωνεία [αρχ. ελλ. > γαλλ. ironie > τουρκ.].
ironik = ειρωνικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. ironique > τουρκ.].
isfenks = βλ. sfenks
isfendan = σφεντάμι, είδος δένδρου [μετγν. ελλ. σφένδαμνος > περσ. > τουρκ.].
iskelet = σκελετός [αρχ. ελλ. > γαλλ. squelette > τουρκ.].
iskete = σκαθί
, είδος πουλιού [αρχ. ελλ. σκανθίον > νεοελλ. σκαθί > τουρκ.].
iskolâstik = βλ. skolastik
iskorpit = σκορπίδι (ιχθ.) [μετγν. ελλ. σκορπίδιον > τουρκ.].
ispari = σπάρος (ιχθ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
ispati = σπαθί (χαρτοπ.) [μετγν. ελλ. σπαθίον > τουρκ.].
ispinoz = σπίνος [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
istalâgmit = βλ. stalagmit
istalâktit = βλ. stalaktit
Istanbul = Κωνσταντινούπολη [αρχ. ελλ. εις την πόλιν > τουρκ.].
istavrit = σαυρίδι [μετγν. ελλ. σαυρίδιον > τουρκ.].
istavroz = σταυρός [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
isteri = υστερία [αντιδ. αρχ. ελλ. υστέρα > γαλλ. hystérie > τουρκ., νεοελλ.].
istif = στοίβα [αρχ. ελλ. στοιβή > μετγν. ελλ. στοιβάζω > νεοελλ. στοίβα > τουρκ.].
istiridye = στρείδι [μεσν. ελλ. οστρείδιον > τουρκ.].
istoacılık = βλ. stoacılık
istrongilos = σμαρίδα (ιχθ.) [μεσν. ελλ. στρογγυλός > τουρκ.].
iyon = ιόν (φυσ. χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. > γαλλ. ion > τουρκ., νεοελλ.].
iyot = ιώδιο [αντιδ. αρχ. ελλ. ιώδης, ίον > γαλλ. iode > τουρκ., νεοελλ.].
izmarit = σμαρίδι (ιχθ.) || αποτσίγαρο, γώπα (που είναι και είδος ψαριού) [αρχ. ελλ. σμαρίς > τουρκ.].
izobar = ισοβαρής [αρχ. ελλ. > γαλλ. isobare > τουρκ.].
izohips = ισοϋψής [αρχ. ελλ. > γαλλ. isohypse > τουρκ.].
izomeri = ισομέρεια (χημ.) [ελλ. > γαλλ. isomérie > τουρκ.].
izotop = ισότοπο (φυσ.) [ελλ. > γαλλ. isotope > τουρκ.].

J : ζε παχύ, όπως το αντίστοιχο γαλλικό
jant
= ζάντα [αντιδ. αρχ. δωρ. καμπά > λατ. gamba, camba > γαλλ. jante > τουρκ., νεοελλ.].
jeodezi = γεωδαισία [αρχ. ελλ. > γαλλ. géodésie > τουρκ.].
jeofizik = γεωφυσική [ελλ. > γαλλ. géophysique > τουρκ.].

jeolog = γεωλόγος [ελλ. > γαλλ. géologue > τουρκ.].
jeoloji = γεωλογία [ελλ. > γαλλ. géologie > τουρκ.].
jeoloji
k = γεωλογικός [ελλ. > γαλλ. géologique > τουρκ.].
jeomorfoloji = γεωμορφολογία [ελλ. > γαλλ. géomorphologie > τουρκ.].
jeomorfoloji
k = γεωμορφολογικός [ελλ. > γαλλ. géomorphologique > τουρκ.].
jeo
termi = γεωθερμία [ελλ. > γαλλ. géothermie > τουρκ.].
jeo
termik = γεωθερμικός [ελλ. > γαλλ. géothermique > τουρκ.].
jimnastik = γυμναστική [αρχ. ελλ. > γαλλ. gymnastique > τουρκ.].

jinekoloji
= γυναικολογία [ελλ. > γαλλ. gynécologie > τουρκ.].
jinekolojik
= γυναικολογικός [ελλ. > γαλλ. gynécologique > τουρκ.].

K : κε
kadastro
= κτηματολόγιο [μεσν. ελλ. κατάστιχον > ιταλ. catasto > γαλλ. cadastre > τουρκ.].
kadırga
= κάτεργο [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
kadmiyum = κάδμιο (χημ.) [αντιδ. μετγν. καδμεία (= είδος ορυκτού) > νεολατ. cadmium > γαλλ. cadmium > νεοελλ., τουρκ.].
kafa = κεφάλι [πιθ. αρχ. ελλ. κεφαλή > αραβ. > τουρκ.].
kaka = κόπρανα, κακό, άσχημο (στη γλώσσα των νηπίων) [αρχ. ελλ. κακόν (πβ. αρχ. ελλ. κάκκη = περιττώματα) > τουρκ.].
kakofoni = κακοφωνία [μετγν. ελλ. > γαλλ. cacophonie > τουρκ.].
kaktüs = κάκτος [αρχ. ελλ. > γαλλ. cactus > τουρκ.].
kalamar = καλαμάρι [μετγν. ελλ. καλαμάριον > τουρκ.].
kalamata = ελιές Καλαμάτας [μεσν. ελλ. Καλαμάτα (= πόλη της Πελοποννήσου) > τουρκ.].
kalay = καλάι, κασσίτερος [αντιδ. μετγν. ελλ. κάλαϊς, αγν. ετύμου > τουρκ. > νεοελλ. καλάι].
kalem =  μολύβι, καλάμι [αρχ. ελλ. κάλαμος > μετγν. ελλ. καλάμιον > αραβ. > τουρκ.].
kaleydoskop = καλειδοσκόπιο [ελλ. > γαλλ. kaléidoscope > τουρκ.].
kalıp = καλούπι [αντιδ. αρχ. ελλ. καλόπους > αραβ. > τουρκ. > μεσν. ελλ. καλούπιν > νεοελλ.].
kaligrafi = καλλιγραφία [μετγν. ελλ. > γαλλ. calligraphie > τουρκ.].

kalinos = γουλιανός (ιχθ.) [αρχ. ελλ. γλάνις / γλανίς > νεοελλ. γουλιανός > τουρκ.].

kaliptra
= καλύπτρα, το προστατευτικό κάλυμμα στην κορυφή της ρίζας των φυτών [αρχ. ελλ. > γαλλ. calyptre > τουρκ.].
kaloma = καλούμπα [αντιδ. αρχ. ελλ. κάλυμμα ή πιθανότερο μετγν. ελλ. χάλασμα (= χαλάρωμα) > ιταλ. caluma > τουρκ., νεοελλ.].
kaloş = βλ. galoş
kama = δίκοπο μαχαίρι [μετγν. ελλ. καμάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κάμαξ > νεοελλ. καμάκι > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική].
kamara = καμπίνα πλοίου [αρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > ιταλ. cámera > τουρκ.].
kambur = καμπούρης [αντιδ. αρχ. ελλ. καμπύλος > τουρκ. > νεοελλ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική].

kameriye = καμάρα, θολωτό στέγαστρο σκεπασμένο με πρασινάδα [αρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > ιταλ. cámera > τουρκ.].
kanaviçe = κανναβάτσο [αντιδ. αρχ. ελλ. κάνναβις > λατ. cannabis > ιταλ. canavaccio > μεσν. ελλ. κανναβάτσον, τουρκ.].

kanca = γάντζος [αντιδ. αρχ. ελλ. γαμψός > βεν. ganzo, ιταλ. gáncio > τουρκ., νεοελλ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ιταλική].
kanepe
= καναπές [αντιδ. μετγν. ελλ. κωνωπείον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κώνωψ > λατ. conopeum > γαλλ. canapé > νεοελλ. καναπές > τουρκ.].
kangal = σπείρα σύρματος, σωλήνα, σκοινιού κ.λπ. [μετγν. ελλ. κάγχαλος (= κρίκος πόρτας) > νεοελλ. *καγκάλι > τουρκ.].
kangren = γάγγραινα [αρχ. ελλ. > γαλλ. gangrène > τουρκ.].
kanon = κανόνας (μουσ.) [αρχ. ελλ. κανών > γαλλ. canon > τουρκ.].
kantaron = κενταύριο, είδος φυτού [αρχ. ελλ. κενταύρ(ε)ιον > τουρκ.].

kanun = κανόνας
|| κανονάκι (μουσ.) [αρχ. ελλ. κανών > αραβ. > τουρκ.].
kanuni = κανονικός, νομικός [αρχ. ελλ. κανών > αραβ. > τουρκ.].
kaos = χάος [αρχ. ελλ. > γαλλ. chaos > τουρκ.].
kapari = κάππαρη [αρχ. ελλ. κάππαρις > τουρκ.].
karakoncolos = καλικάντζαρος [αβέβ. ετύμου, πιθ. μετγν. ελλ. καλίγιον (= υπόδημα) > καλίκι + άντζα (= κνήμη) > νεοελλ. καλικάντζαρος > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας είναι ελληνική η λέξη].
karakter = χαρακτήρας [αρχ. ελλ. χαρακτήρ > γαλλ. caractère > τουρκ.].
karakteristik = χαρακτηριστικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. caractéristique > τουρκ.].
karakteroloji = χαρακτηρολογία [ελλ. > γαλλ. caractérologie > τουρκ.].
karanfil = γαρύφαλλο [αντιδ. μετγν. ελλ. καρυόφυλλον > βεν. garofolo > μεσν. ελλ. γαρύφαλλον > αραβ. > τουρκ.].
karavide, kerevides, kerevit = καραβίδα [μετγν. ελλ. καραβίς > τουρκ.].
kardiyak = καρδιακός [μετγν. ελλ. > γαλλ. cardiaque > τουρκ.].
kardiyograf = καρδιογράφος [ελλ. > γαλλ. cardiographe > τουρκ.].
kardiyografi = καρδιογραφία [ελλ. > γαλλ. cardiographie > τουρκ.].
kardiyogram = καρδιογράφημα [ελλ. > γαλλ. cardiogramme > τουρκ.].
kardiyolog = καρδιολόγος [ελλ. > γαλλ. cardiologue > τουρκ.].
kardiyoloji = καρδιολογία [ελλ. > γαλλ. cardiologie > τουρκ.].
kardiyolojik = καρδιολογικός [ελλ. > γαλλ. cardiologique > τουρκ.].
kardiyopati = καρδιοπάθεια [ελλ. > γαλλ. cardiopathie > τουρκ.].
kardiyoskleroz = καρδιοσκλήρυνση [ελλ. > γαλλ. cardiosclérose > τουρκ.].
kardiyoskop = καρδιοσκόπιο [ελλ. > γαλλ. cardioscope > τουρκ.].
kardiyoskopi = καρδιοσκοπία [ελλ. > γαλλ. cardioscopie > τουρκ.].

karfiçe = καρφίτσα [αρχ. ελλ. κάρφος > μετγν. ελλ. καρφίον > νεοελλ. καρφίτσα > τουρκ.].
karides = γαρίδα [αρχ. ελλ. καρίς > τουρκ.].
karizma = χάρισμα [μετγν. ελλ. > γαλλ. charisme > τουρκ.].
karizmatik = χαρισματικός [ελλ. > γαλλ. charismatique > τουρκ.].
karnabahar = κουνουπίδι [πιθ. αρχ. ελλ. κράμβη + περσ. behar (= άνοιξη) > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι σύνθετη, ελληνική και περσική].
karnabit = κουνουπίδι [πιθ. αρχ. ελλ. κράμβη + περσ. behar (= άνοιξη) > αραβ. karnabid > τουρκ., οπότε το νεοελληνικό καρναμπίτι είναι εν μέρει αντιδάνειο].

kart = κάρτα [αντιδ. αρχ. ελλ. χάρτης > ιταλ. carta, γαλλ. carte > τουρκ., νεοελλ.].
kartograf = χαρτογράφος [μετγν. ελλ. > γαλλ. cartographe > τουρκ.].
kartografi = χαρτογραφία [ελλ. > γαλλ. cartographie > τουρκ.].
kartografik = χαρτογραφικός [ελλ. > γαλλ. cartographique > τουρκ.].
karton = χαρτόνι [αντιδ. αρχ. ελλ. χάρτης > ιταλ. cartone, γαλλ. carton > τουρκ., νεοελλ.].
kaşeksi = καχεξία [αρχ. ελλ. > γαλλ. cachexie > τουρκ.].
katabolizma = καταβολισμός [ελλ. > catabolisme > τουρκ.].
katafot = αντιφέγγισμα [αρχ. ελλ. κατά + φως > γαλλ. cataphote > τουρκ.].
katakofti = είδος ρυθμού στην κλασική τουρκική μουσική [νεοελλ. κατά + κοφτός > τουρκ.].
katakomp = κατακόμβη [αντιδ. μετγν. ελλ. κατακούμβαι > γαλλ. catacombe > τουρκ., νεοελλ.].
katalepsi = καταληψία [ελλ. > γαλλ. catalepsie > τουρκ.].
katalitik = καταλυτικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. catalytique > τουρκ.].
kataliz = κατάλυση (χημ.) [αρχ. ελλ. > γαλλ. catalyse > τουρκ.].
katalog = κατάλογος [αρχ. ελλ. > γαλλ. catalogue > τουρκ.].
katarakt = καταρράκτης [αρχ. ελλ. > γαλλ. cataracte > τουρκ.].
katavaşya = η κατάβαση των αποδημητικών ψαριών από τον Ε. Πόντο στη Μεσόγειο, αντίθ. του anavaşya, βλ. λέξη [αρχ. ελλ. κατάβασις > μεσν. ελλ. καταβάσιον > τουρκ.].
katedral = καθεδρικός [αρχ. ελλ. καθέδρα + γαλλ. -al > γαλλ. cathédrale > τουρκ.].
kategori = κατηγορία [αρχ. ελλ. > γαλλ. catégorie > τουρκ.].
kategorik = κατηγορηματικός [ελλ. > γαλλ. catégorique > τουρκ.].
katolik = καθολικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. catholique > τουρκ.].
katot = κάθοδος (αρνητικό ηλεκτρόδιο) [αρχ. ελλ. > γαλλ. cathode > τουρκ.].
katyon = κατιόν [αρχ. ελλ. > γαλλ. cation > τουρκ.].
kavanoz = γαβάθα [μετγν. ελλ. γάβαθον, σημιτικό δάνειο > μεσν. ελλ. *γαβάθα, από το υποκορ. γαβάθιν > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας είναι ελληνική η λέξη].

kavkı = καυκί, καύκαλο [μετγν. ελλ. καύκος > μετγν. ελλ. καυκίον > τουρκ.].
kefal = κέφαλος (ιχθ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
kemer = κεμέρι, δερμάτινο ζωνάρι || καμάρα [αρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > περσ. > τουρκ.].

kemere = δοκάρι στο κατάστρωμα του πλοίου [μετγν. ελλ. καμάριον, υποκορ. του αρχ. ελλ. καμάρα, αβέβ. ετύμου > μεσν. ελλ. καμάριν > τουρκ.].
kemoterapi = χημειοθεραπεία [ελλ. > γαλλ. chimiothérapie > τουρκ.].
kenevir = κάνναβη, καννάβι [αρχ. ελλ. κάνναβις, αβέβ. ετύμου > νεοελλ. καννάβι > τουρκ.].

kepbastı = είδος μεγάλου διπλού αλιευτικού διχτυού [νεοελλ. σκεπαστή > τουρκ.].
kerata = κερατάς [μεσν. ελλ. κέρατον > τουρκ.].
kerevet = κρεβάτι, ντιβάνι [μετγν. ελλ. κραβάτιον, υποκορ. του κράβατος, αβέβ. ετύμου > μεσν. ελλ. κρεβάτιον > τουρκ.].
kerevides, kerevit, karavide = καραβίδα [μετγν. ελλ. καραβίς > τουρκ.].
kerkenez = κιρκινέζι, αρπακτικό πουλί [πιθ. αρχ. ελλ. κίρκος > τουρκ. > νεοελλ., οπότε είναι αντιδάνειο].
kestane = κάστανο [μετγν. ελλ. > τουρκ.].
ketenpere (argo) = απάτη, αισχροκέρδεια [αρχ. ελλ. κατά + πέρας > τουρκ.].
keylûs = βλ. kilüs
keymus = βλ. kimüs
kılıf = θήκη, κυρίως μαχαιριού [αρχ. ελλ. κελύφιον, υποκορ. του κέλυφος > αραβ. > τουρκ.].
kırat = καράτι [αντιδ. αρχ. ελλ. κεράτιον > λατ. carratus > αγγλ. carrat > τουρκ., νεοελλ.].
kırtasiye = χαρτικά είδη [αρχ. ελλ. χάρτης + αραβ. -siyye > τουρκ.].
kibernetik = κυβερνητική [ελλ. > τουρκ.].
kiklotron = κύκλοτρο [ελλ. > τουρκ.].

kilise = εκκλησία [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
kilit = κλειδί [αρχ. ελλ. κλειδίον > περσ. > τουρκ.].
kilo = κιλό [αντιδ. ελλ. χιλιόγραμμο > γαλλ. kilo-gramme > τουρκ., νεοελλ.].
kilogram = χιλιόγραμμο [ελλ. χιλιόγραμμο > γαλλ. kilogramme > τουρκ.].
kilometre = χιλιόμετρο [ελλ. > γαλλ. kilomètre > τουρκ.].
kilüs = χυλός (ανατ.) [αρχ. ελλ. > αραβ. > τουρκ.].
kimyon = κύμινο [αρχ. ελλ. κύμινον, σημιτικό δάνειο > τουρκ.].
kimüs = χυμός (ανατ.) [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
kinematik = κινηματική [ελλ. > γαλλ. cinématique > τουρκ.].
kinetik = κινητική [αρχ. ελλ. > γαλλ. cinétique > τουρκ.].
kinik = κυνικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. cynique > τουρκ.].
kinizm, sinizm = κυνισμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. cynisme > τουρκ.].
kiraz = κεράσι [μετγν. ελλ. κεράσιον > τουρκ.].
kiremit = κεραμίδι [μετγν. ελλ. κεραμίδιον > τουρκ.].
kirizma, kirizme = βαθύ σκάψιμο, "γύρισμα" [μεσν. ελλ. γύρισμα > τουρκ.].
kist = κύστη [αρχ. ελλ. κύστις > γαλλ. kyste > τουρκ.].
kitara = βλ. gitar
kiyanus = κυάνιο [ελλ. > τουρκ.].
kleptoman = κλεπτομανής [νεοελλ. > γαλλ. kleptomane > τουρκ.].
kleptomani = κλεπτομανία [νεοελλ. > γαλλ. kleptomanie > τουρκ.].

klima = κλιματιστικό μηχάνημα [αρχ. ελλ. κλίμα > γαλλ.
climat (= κλίμα) > τουρκ.].
klimatoloji = κλιματολογία [ελλ. > γαλλ. climatologie > τουρκ.].
klimatolojik = κλιματολογικός [ελλ. > γαλλ. climatologique > τουρκ.].

klinik = κλινική (ουσ.), κλινικός (επιθ.) [αντιδ. μετγν. ελλ. κλινικός > γαλλ. clinique > τουρκ., νεοελλ.].
klitoris = κλειτορίδα [μετγν. ελλ. κλειτορίς > γαλλ. clitoris > τουρκ.].
klor = χλώριο [αντιδ. αρχ. ελλ. χλωρός > γαλλ. chlore > νεοελλ., τουρκ.].
klorofil = χλωροφύλλη [ελλ. > γαλλ. chlorophylle > τουρκ.].
kloroform = χλωροφόρμιο [αρχ. ελλ. χλωρός + γαλλ. -forme > γαλλ. chloroforme > τουρκ.].
kloroplâst = βλ. kloroplast
kloroplast = χλωροπλάστης [ελλ. > γαλλ. chloroplaste > τουρκ.].
kloroz = χλώρωση [ελλ. > γαλλ. chlorose > τουρκ.].
koçan = κοτσάνι [αρχ. ελλ. κόπτω > *κοψάνιον, υποκορ. του *κόψανον > νεοελλ. κοτσάνι > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι σλαβικής αρχής].
kof = κούφιος [αρχ. ελλ. κούφος (= κενός) > μεσν. ελλ. κούφιος > τουρκ.].
kola = κόλλα [αρχ. ελλ. κόλλα > ιταλ. colla > τουρκ.].

koledok = χοληδόχος [μετγ. ελλ. > γαλλ. cholédoque > τουρκ.].
kolera = χολέρα [αρχ. ελλ. χολή + -έρα > γαλλ. choléra > τουρκ.].
kolesterol = χοληστερόλη [ελλ. > γαλλ. cholestérol > τουρκ.].
kolik = κωλικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. colique > τουρκ.].
kolon = κόλον, τμήμα του παχέος εντέρου [αρχ. ελλ. κόλον, αγν. ετύμου > γαλλ. côlon > τουρκ.].
kolyoz = κολοιός [αρχ. ελλ. > τουρκ.].
koma = κώμα [αρχ. ελλ. κώμα > γαλλ. coma > τουρκ.] || πυθαγόρειο κόμμα (μουσ.) [αρχ. ελλ. κόμμα > τουρκ.].
komedi, komedya = κωμωδία [αρχ. ελλ. > γαλλ. comédie, ιταλ. comédi
a > τουρκ.].
komik = κωμικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. comique > τουρκ.].
koni = κώνος [αρχ. ελλ. > γαλλ. cône > τουρκ.].
konik = κωνικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. conique > τουρκ.].
kopanaki = εργαλείο κεντήματος [νεοελλ. > τουρκ.].
koral = χορικό εκκλησιαστικό άσμα [αρχ. ελλ. χορός + γαλλ. -al > γαλλ. choral > τουρκ.].
koregraf = χορογράφος [ελλ. > γαλλ. chorégraphe > τουρκ.].
koregrafi = χορογραφία [ελλ. > γαλλ. chorégraphie > τουρκ.].
koro = χορωδία [αρχ. ελλ. χορός > ιταλ. coro > τουρκ.].
kosmos = βλ. kozmos
kostik = καυστικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. caustique > τουρκ.].
kozmetik = κοσμητικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. cosmétique > τουρκ.].
kozmik = κοσμικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. cosmique > τουρκ.].
kozmogoni = κοσμογονία [μετγν. ελλ. > γαλλ. cosmogonie
> τουρκ.].
kozmogonik = κοσμογονικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. cosmogonique > τουρκ.].
kozmografya = κοσμογραφία [αρχ. ελλ. > γαλλ. cosmographie > τουρκ.].
kozmoloji = κοσμολογία [ελλ. > γαλλ. cosmologie
> τουρκ.].
kozmolojik = κοσμολογικός [μετγν. ελλ. > γαλλ. cosmologique > τουρκ.].
kozmonot = κοσμοναύτης [ελλ. > γαλλ. cosmonaute > τουρκ.].
kozmopolit = κοσμοπολίτης [μετγν. ελλ. > γαλλ. cosmopolite > τουρκ.].
kozmos = κόσμος, σύμπαν [αρχ. ελλ. > γαλλ. cosmos > τουρκ.].
köknar = κουκουναριά [νεοελλ. > τουρκ.].
körfez = κόλπος (γεωγ.) [αρχ. ελλ. κόλπος > μετγν. ελλ. κόλφος > μεσν. ελλ. κόρφος > τουρκ.].
krater = κρατήρας [αρχ. ελλ. κρατήρ > γαλλ. cratère > τουρκ.].
kriko = ανυψωτήρας, γρύλλος [αρχ. ελλ. κρίκος > ιταλ. cricco > τουρκ.].
kripton = κρυπτόν (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. κρυπτόν > γαλλ. krypton > νεοελλ., τουρκ.].
kristal = κρύσταλλο [αρχ. ελλ. κρύσταλλος > γαλλ. cristal > τουρκ.].
kristaloit = κρυσταλλοειδής [μετγν. ελλ > γαλλ. cristalloïde > τουρκ.].
kriter = κριτήριο [αρχ. ελλ > γαλλ. critère > τουρκ.].
kritik = κριτική, κριτικός, κρίσιμος [αρχ. ελλ > γαλλ. critique > τουρκ.].
kritisizm = κριτικισμός [ελλ > γαλλ. criticisme > τουρκ.].
kriyoskopi = κρυοσκοπία [ελλ > γαλλ. cryoscopie > τουρκ.].
kriz = κρίση [αρχ. ελλ > γαλλ. crise > τουρκ.].
krizalit = χρυσαλλίδα [αρχ. ελλ > γαλλ. chrysalide > τουρκ.].
krizantem = χρυσάνθεμο [μετγν. ελλ > γαλλ. chrysanthème > τουρκ.].
krokodil = κροκόδειλος [αρχ. ελλ. > γαλλ. crocodile > τουρκ.].
krom = χρώμιο (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. χρώμα > γαλλ. chrome > νεοελλ., τουρκ.].
kromatik = χρωματικός [μετγν. ελλ > γαλλ. chromatique > τουρκ.].
kromoplâst = βλ. kromoplast
kromoplast = χρωμοπλάστης [ελλ > γαλλ. chromoplaste > τουρκ.].
kromosfer = χρωμόσφαιρα [ελλ > γαλλ. chromosphère > τουρκ.].
kromozom = χρωμόσωμα [ελλ > γαλλ. chromosome > τουρκ.].
kronaksi = χροναξία [ελλ > γαλλ. chronaxie > τουρκ.].
kronik = χρονικό, χρόνιο
[μετγν. ελλ. χρονικός > γαλλ. chronique > τουρκ.].
kronograf = χρονογράφος [μετγν. ελλ. > γαλλ. choronographe > τουρκ.].
kronoloji = χρονολογία [μετγν. ελλ. > γαλλ. chronologie > τουρκ.].
kronolojik = χρονολογικός [νεοελλ. > γαλλ. chronologique > τουρκ.].
kronometre = χρονόμετρο [ελλ. > γαλλ. chronomètre > τουρκ.].
ksenofobi = ξενοφοβία [ελλ. > γαλλ. xénophobie > τουρκ.].
ksenon = ξένον (χημ.) [αντιδ. αρχ. ελλ. ξένος > γαλλ. xénon > νεοελλ., τουρκ.].
ksilofon = ξυλόφωνο [ελλ. > γαλλ. xylophone > τουρκ.].
kuka = κουβάρι κλωστής || ρίζα ινδοκάρυδου [αρχ. ελλ. κόκκος > τουρκ.].
kukumav (kuşu) = κουκουβάγια [μεσν. ελλ. κουκουβάγια, κουκουβάια, από τη φωνή κουκουβάου > τουρκ.].

kulübe = καλύβα [αρχ. ελλ. καλύβη > περσ. > τουρκ.].
kundak = το ξύλινο τμήμα των τουφεκιών [αρχ. ελλ. κοντός (= κοντάρι) > μεσν. ελλ. κοντάκιον, υποκορ. του αρχ. ελλ. κόνταξ > τουρκ.].
kundura = κουντούρα, παπούτσια πρόχειρα [κοντή ουρά > μεσν. ελλ. κόντουρος > κούντουρος > τουρκ. Κατ' άλλη άποψη η λέξη είναι τουρκική. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].

kup = κοπή ενδύματος, σχήμα προερχόμενο από κοπή [αρχ. ελλ. κόλαφος > γαλλ. coupe > τουρκ.].
kurna = γούρνα [μεσν. ελλ. γρώνη > γούρνα > τουρκ.].
kutu = κουτί [αρχ. ελλ. κύτος > *κυτίον > μεσν. ελλ. κουτί > τουρκ.].
küb = βλ. küp
kübik = κυβικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. cubique > τουρκ.].
kübizm = κυβισμός [μετγν. ελλ. > γαλλ. cubisme > τουρκ.].
küfe = κοφίνι [αρχ. ελλ. κόφινος > νεοελλ. κούφα, κόφα > τουρκ.].
külüstür = παλιό, ερειπωμένο, εγκαταλελειμμένο [μετγν. ελλ. κυλίστρα (= χώρος όπου κυλιούνται τα ζώα) > τουρκ. Σύμφωνα με το online λεξικό του Ιδρύματος τουρκικής γλώσσας η λέξη είναι ελληνική].
küme = σωρός, σύνολο, ομάδα [αρχ. ελλ. κυώ (= φουσκώνω, πβ. κύηση) >αρχ. ελλ. κύμα > αραβ. > τουρκ.].
kümes = ορνιθώνας, κοτέτσι [μετγν. ελλ. κουμάσιον > τουρκ.].
küp
= κύβος [αρχ. ελλ. > γαλλ. cube > τουρκ.].
küpeşte = κουπαστή [μετγν. ελλ. έγκωπον (= τα πλάγια μέρη του πλοίου) > *εγκωπαστή > νεοελλ. κουπαστή > τουρκ.].