ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΗΣ ΤΕΝΕΔΟΥ*
 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Απ. Κερκινέογλου, Η Τένεδος χωρίς Τενέδιους, Αθήνα 2009, έκδ. Συλλόγου Τενεδίων "ο Τέννης"

 

 

Η Τένεδος βρίσκεται στην είσοδο του Ελλησπόντου, θέση η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη γενικότερη ιστορική πορεία του νησιού. Μνημονεύεται από τον Όμηρο, υπήρξε σύμμαχος των Αθηναίων σε όλη την περίοδο της Α΄ και Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας και ακολούθησε τη μοίρα του Ελληνισμού μέχρι το 1381 μ. Χ, όταν με τη συνθήκη του Τουρίνου βρέθηκε σολομώντεια λύση στην έντονη διαμάχη Βενετίας-Γένοβας για την κατοχή της Τενέδου: αποφασίστηκε να μην ανήκει σε κανέναν, ούτε στους Βενετσιάνους, ούτε στους Γενοβέζους αλλ' ούτε και στους Τενέδιους! Οι τελευταίοι εξαναγκάζονται να γίνουν πρόσφυγες στα Κύθηρα, την Εύβοια και την Κρήτη. Το νησί παραμένει ακατοίκητο μέχρι το 1455, οπότε καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Η Τένεδος ζει υπό τουρκική κατοχή έως το 1912, όταν απελευθερώνεται από τον ελληνικό στόλο, και παραχωρείται και πάλι στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923. Η μακρά αυτή τουρκική κατοχή, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία ελληνικής εκπαίδευσης στο νησί μετά το 1923 (με εξαίρεση την περίοδο 1952-1964), είχε σημαντικές επιδράσεις και στο γλωσσικό ιδίωμα του νησιού. Από τις 1600 περίπου λέξεις που περιλαμβάνει το γλωσσάρι που ακολουθεί, οι 500 περίπου έχουν εισέλθει από την τουρκική γλώσσα, ανεξάρτητα αν είναι τουρκικές ή όχι. Το πρώτο ελληνικό σχολείο μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης ανοίγει το 1952 αλλά καταργείται από την Τουρκία το 1964, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με τη γενικότερη ανθελληνική τακτική της, οδήγησε στον αφελληνισμό του νησιού. Οι κάτοικοί του -που δεν ήταν μειονότητα- εξαναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να γίνουν πρόσφυγες στην Ελλάδα αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου. Μαζί τους πήραν -ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που μπορούσαν να μεταφέρουν- και τη γλώσσα τους, αλλά ελάχιστοι πια, οι πιο ηλικιωμένοι, χρησιμοποιούν λέξεις των προγόνων τους. Το γλωσσικό ιδίωμα της Τενέδου (εφεξής Ι.Τ.) ανήκει πλέον στην ιστορία. Γι' αυτό το λόγο και αποφασίσαμε να το διατηρήσουμε τουλάχιστον εκεί, γιατί η μνήμη όσων από μας ακόμη το θυμούνται είναι πεπερασμένη, όπως και η ζωή μας.

Το Ι.Τ. ανήκει στα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα. Έχει πολλά από τα κοινά χαρακτηριστικά τους αλλά και αρκετές ιδιομορφίες στα διάφορα γλωσσικά επίπεδα.

 

ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΟ - ΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ

1.          Ανάπτυξη φωνηέντων

Συχνή είναι η εμφάνιση ενός προτακτικού < α >, π.χ. α-χείλ^' < χείλι, α-ρ'θούν^' < ρουθούνι, α-ρ'βίθ' < ρεβίθι, α-gαρίζου < γκαρίζω κ.ά. Μερικές φορές έχουμε κατ' αναλογία την ανάπτυξη φωνήεντος < ι > μέσα στη λέξη, π.χ. καπ-ί-ν^'ζι < κάπνιζε, ζ-ί-β'σα (ενεστ. σβω) < έσβησα και άλλες φορές μετά το < λ >, όταν ακολουθεί φωνήεν που προφέρεται με συνίζηση, π.χ. κλ-ι-άμα, κλ-ι-αμούρ'ς.

2.          Αλλοίωση - αποβολή φωνηέντων

i) Κώφωση των άτονων / e /, / o /. Συγκεκριμένα:

α) Το άτονο < ε > ή < αι > συνήθως τρέπεται σε < ι >, π.χ. ιλιά < ελιά, ιννιά < εννιά, ιτία < αιτία, χαίριτι < χαίρεται, λιρός < λερός, μερικές φορές (όταν είναι στην αρχή των λέξεων) αποβάλλεται ή τρέπεται σε < α >, π.χ. λεύτιρους < ελεύθερος, νουρίς < ενωρίς, μπουδίζου < εμποδίζω, βδουμάδα < εβδομάδα, αξάδιρφους < εξάδελφος, αθέρας < αιθέρας, ενώ το τονιζόμενο διατηρείται, π.χ. έλα, αίμα, μένου, παίρνου.

β) Τα άτονα < ο > και < ω > τρέπονται σε < ου >, π.χ. λύκους < λύκος, δέdρου < δέντρο, ζουή < ζωή, ζουγραφγιά < ζωγραφιά. Έτσι τα παροξύτονα και προπαροξύτονα ουσιαστικά και επίθετα σε < -ος > και τα ουδέτερα σε < -ο > λήγουν σε < -ους >, < -ου > αντίστοιχα, π.χ. δρόμους < δρόμος, όμορφους < όμορφος, σίδιρου < σίδερο, μιγάλου < μεγάλο. Επίσης όλα τα παροξύτονα ρήματα σε < -ω > λήγουν σε < -ου >, π.χ. δίνου, θέλου, παίζου, ενώ τα οξύτονα σε < -ώ > το διατηρούν, π.χ. μ'λώ, πιρνώ κ.λπ. Σε σπάνιες περιπτώσεις το < ου > που προήλθε από κώφωση του / o / τρέπεται σε < ι >, π.χ. άθριπους < άθρουπους < άνθρωπος, σύdριφους < σύdρουφους < σύντροφος, μόνι < μόνου < μόνο, άλιγου < άλουγου < άλογο, όπιτι < όπουτι < όποτε.

ii) Πτώση των άτονων / i /, / u /. Συγκεκριμένα:

α) Το άτονο < η > της κατάληξης στα πρωτόκλιτα αρσενικά σε < -ης > και θηλυκά σε < -η > κανονικά αποβάλλεται, π.χ. ιπιβάτ'ς < επιβάτης, αγάπ' < αγάπη. [...]

 

ΣΥΜΦΩΝΑ

1.          Ανάπτυξη φθόγγου j (γι)

α) Στην κατάληξη < -ζεις > των σε < -ζω > ρημάτων και < -ζης > των ονομάτων, μετά την αποβολή του άτονου / i / και την έκπτωση του < ζ > από το σχηματιζόμενο σύμπλεγμα των δύο συριστικών (ζς), π.χ. ανιμίjς < ανεμίζ'ς < ανεμίζεις, μνοιάjς < μνοιάζ'ς < μοιάζεις, αναχαράjς < αναχαράζ'ς < αναχαράζεις, αρσίjς < αρσίζ'ς < αρσίζης, γουρσούjς < γουρσούζ'ς < γουρσούζης, τσαμπάjς < τσαμπάζ'ς < τσαμπάζης κ.λπ.

β) Στην κατάληξη < -σεις > του μέλλοντα των ρημάτων και < -σης > των ονομάτων μετά την αποβολή του άτονου / i / και την απλοποίηση του σχηματιζόμενου διπλού συμφώνου (σς), π.χ. αγουράjς < αγουράσ'ς < αγοράσεις, πέjς < πέσ'ς < πέσεις, φτάjς < φτάσ'ς < φτάσεις, Ανιστάjς < Ανιστάσ'ς < Αναστάσης, Αθανάjς < Αθανάσ'ς < Αθανάσης, τσαούjς < τσαούσ'ς < τσαούσης, τς βρύjς < τς βρύσ'ς < της βρύσης, τς πίιjς < τς πίισ'ς < της πίεσης. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν το διπλό σύμφωνο (σσ) προκύπτει σε γειτονικές λέξεις, π.χ. η μέjς < η μέσ' σ' < η μέση σου. Όταν το πρώτο συριστικό είναι < ξ > ή < ψ > τότε το / i / απλώς εκπίπτει, π.χ. ρίξ'ς < ρίξεις, γράψ'ς < γράψεις, κόψ'ς < κόψεις.

γ) Στην κατάληξη του παρατατικού < -σιζα > και αορίστου < -σισα > των σε < -ίζω > και του αορίστου < -σησα > των σε < -σώ > ρημάτων στο α΄, β΄, γ΄ ενικό και γ΄ πληθυντικό πρόσωπο μετά την πτώση του άτονου / i / και την αποβολή του < σ > από το σχηματιζόμενο συμφωνικό σύμπλεγμα (σζ / σσ), π.χ. απουφάjζα < απουφάσ'ζα < αποφάσιζα, απουφάjσις < απουφάσ'σες < αποφάσισες, ξιφύjσι < ξιφύσ'σι < ξεφύσησε, μάjσαν < μάσ'σαν < μάσησαν.

2.          Εμφάνιση νέων συμφώνων

α) Ουρανικό < γ > εμφανίζεται κατά τη συνίζηση πριν από τον φθόγγο / i /, όταν ακολουθεί φωνήεν και προηγούνται τα σύμφωνα: β, δ, ζ, θ, ξ, π, ρ, σ, τ, φ, ψ, τσ, τζ, μπ, ντ, π.χ. καράβ-γ-ια, καρύδ-γ-ια, γρανάζ-γ-ια, αρβίθ-γ-ια, μιτάξ-γ-ια, τόπ-γ-ια, χουρ-γ-ιό, φέσ-γ-ια, σπίτ-γ-ια, χουράφ-γ-ια, ταψ-γ-ιά, κουρίτσ-γ-ια, μπατσ-γ-ιά, γλιτζ-γ-ιάζου, νιρατζ-γ-ιά, κουb-γ-ιά, κατάd-γ-ια. Σε μερικές περιπτώσεις όταν προηγούνται τα σύμφωνα ζ, ξ, σ, ψ, τσ, τζ, ο φθόγγος / i / αποβάλλεται, π.χ. καρπούζα αλλά και καρπούζ-γ-ια, β'ζά < βυζγιά, π'δέξα < επιδέξια, αλλαξά αλλά και αλλαξ-γ-ιά, άξους < άξιος, ταξά αλλά και ταξ-γ-ιά, βαφτίσα αλλά και βαφτίσ-γ-ια, πατουσά αλλά και πατουσ-γ-ιά, απλυσά αλλά και απλυσ-γ-ιά, τσαγούσα αλλά και τσαγούσ-γ-ια, ανιψά αλλά και ανιψ-γ-ιά, κλιψά αλλά και κλιψ-γ-ιά, γιαπράτσα < γιαπράκια, φισέτσα < φισέκια, ασφαλατζά < ασφαλαγγιά, ατζό < αγγειό < αγγείο. [...]

3.          Αλλοίωση - αποβολή - προφορά συμφώνων

α) Σύνηθες είναι το φαινόμενο του τσιτακισμού (δηλαδή η τροπή των ουρανικών < κ >, < γγ >, < γκ > σε < τσ >, < τζ >), όταν ακολουθούν οι φθόγγοι / e / ή / i /, π.χ. τσέφαλους < κέφαλος, στσέτους < σκέτος, τσιλίμ' < κιλίμι, στσύλους < σκύλος, τσιρί < κερί, τσι συ < και συ, τσ'μούμι < κοιμούμαι, παρατζιλνιά < παραγγελία, ατζό < αγγείο, ανάτζ' < ανάγκη, ατζίστρ' < αγκίστρι, ατζίδα < αγκίδα, 'τζ'λώνου < αγκυλώνω, σπάτζ' < σπάγκοι, σβήτζ' < σβήγκοι, τζέμνια < γκέμια.

Διατηρούνται το < κ > και το < γκ > σε μερικές περιπτώσεις, ιδίως σε λέξεις λόγιας προέλευσης, π.χ. ακακία, μουσική, σκιλιτός, γυνικεία, σε κύρια ονόματα, π.χ. Βασιλική, Γραμματική, Φιρινίκ^', Φρειδιρίκ^', 'Αγκυρα, σε λέξεις ξένης προέλευσης, π.χ. ιτικέττα, κινίνου, σε λέξεις όπου ο τσιτακισμός θα δημιουργούσε δύο αλλεπάλληλα συριστικά, π.χ. τσιgέλ^', τσακ^ίρ'ς, σε υποκοριστικά με κατάληξη < -έλ^' >, < -έλα > και < -άκης >, π.χ. κατσ'κέλ^', κουλ^'κέλ^' < κουλίκι, σκ'λαρ'κέλ^' < σκουλαρίκι, μυρμηgέλ^', φιστικέλ^', μπρικέλ^', μαθρακέλ^', μαν^'κέλ^', Νικέλ^' < Νίκος, Βασιλ^'κέλα < Βασιλική, μαμακέλα < μαμάκα, Τάκης, Μιχαλάκης, Λάκης, καθώς και σε λέξεις τουρκικής προέλευσης που δεν ενσωματώθηκαν φωνητικά στο Ι.Τ. αλλά απλώς είτε μετέβαλαν την τουρκική λαρυγγική προφορά του < κ > σε ουρανική, όπως δηλαδή στη νεοελληνική λέξη κύμα, π.χ. μπακ^ίργια, μπακ^ιρένιους, τακ^ίμ', τσακ^ίλ^', ή σε υπερωική, όπως δηλαδή στη νεοελληνική λέξη κακός, π.χ. κιγμάς, κισμέτ', κιραγί, κιρμάς, κ'λίφ', είτε διατήρησαν την τουρκική ουρανική προφορά του < κ > (όπως και στη ΝΕ.Κ.), π.χ. κιρκινέτσ', κισές, κιφίμ. Το < κ > στο τέλος λέξεων τουρκικής προέλευσης που δεν ενσωματώθηκαν στο τυπικό του Ι.Τ. διατηρεί την τουρκική προφορά και προφέρεται υπερωικά, π.χ. ταράκ, τσαμλίκ, τσαρdάκ, τσιράκ, τσουμάκ, ή ουρανικά, π.χ. γιdέκ^, ιρίκ^, τουρίκ^, τσιλίκ^. Το ουρανικό < κ > θα συμβολίζεται στο γλωσσάρι ως κ^ (εκτός των λέξεων στις οποίες προφέρεται όπως στη ΝΕ.Κ.). [...]

4.          Τονισμός

Εκτός του συνήθους στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα φαινομένου του κατεβάσματος του τόνου από την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα, αλλά ακόμη και στη λήγουσα, στην ονομαστική του πληθυντικού των σε < -ος > ουσιαστικών, π.χ. οι γι αθρώπ', οι καλουγέρ', οι δγιαβόλ^', οι δασκάλ^', οι τζουbανοί, οι νουματοί, παρατηρείται κατέβασμα του τόνου στην παραλήγουσα ή στη λήγουσα και σε άλλες λέξεις, π.χ. ηρχόdαν < έρχονταν, νηραγίδα < νεράιδα, αλλότι < άλλοτε, θυμιάμα < θυμίαμα, μαθρακός < βάτραχος κ.λπ.

 

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΟ - ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

 

1.      'Αρθρο

Τα άρθρα είναι δύο, < η > για το αρσενικό και θηλυκό και < του > για το ουδέτερο. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις για το αρσενικό χρησιμοποιείται το < ου > αντί του < η >, π.χ. ου Γιάνν^'ς, από άτομα που επιθυμούν κοινωνική διαφοροποίηση από το ευρύ κοινό. Η συγκεκριμένη δηλαδή χρήση του άρθρου < ου > αποτελεί στοιχείο μιας "κοινωνικής διαλέκτου" μέσα στο ιδίωμα του νησιού.

Κλίση:

Αρσ. Ενικ.: ονομ. η λύκους, γεν. τ' λύκ', αιτ. ντου λύκου, ντουν άθριπου.

Πληθ. ονομ. οι λύτσ', οι -γι- αθρώπ', γεν. ντου λύκων, ντουν αθρώπων (όχι εύχρηστη), αιτ. τς λύτσ', τς αθρώπ'.

Θηλ. Ενικ. ονομ. η μάνα, η -γι- αδιρφή, γεν. τς μάνας, τς αδιρφής, αιτ. ντ' μάνα, ντ'ν αδιρφή.

Πληθ. ονομ. οι μάνις, οι -γι- αδιρφές, κ.λπ. όμοια με το αρσ.

Ουδ. Ενικ. ονομ. του πιδί, τ' αbέλ^', γεν. τ' πιδγιού, τ' αbιλιού, αιτ. του πιδί, τ' αbέλ^'.

Πληθ. ονομ. τα πιδγιά, τ' αbέλια, γεν. ντου πιδγιών, ντουν αbιλιών, αιτ. τα πιδγιά, τ' αbέλια.

2.      Ρήματα

Σε μια σύντομη περιγραφή ενός γλωσσικού ιδιώματος δεν είναι δυνατό να γίνει μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη όλων των ρηματικών τύπων. Γι' αυτό θα παραθέσουμε την κλίση ορισμένων αντιπροσωπευτικών ομαλών ρημάτων, ώστε να σχηματιστεί μια εικόνα για την κλίση του ρήματος στο Ι.Τ.

 

ΚΛΙΣΗ ΟΜΑΛΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ

Α΄ ΣΥΖΥΓΙΑ

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

 

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

δένου

έδινα

έδισα

δέν^'ς

έδινις

έδισις

δέν^'

έδινι

έδισι

δένουμι

δέναμι

δέσαμι

δένιτι

δένατι

δέσιτι

δέν'

δέναν - έδιναν

δέσαν - έδισαν

 


Α΄ ΣΥΖΥΓΙΑ

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ

 

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

δένουμι

δέν'μ'

δέθ'κα

δένισι

δέν'ς

δέθ'τσις

δένιτι

δέν'ταν

δέθ'τσι

δινόμαστι

δινόμαστι

διθούκαμι

δινόσαστι - δένιστι

δινόσαστι

διθούτσιτι

δέν'τιν - δινόdιν

δέν'ταν - δινόdαν

διθούκαν

 

[...]

 

Εκτός από τα αντιπροσωπευτικά αυτά ρήματα θα γίνει λόγος παρακάτω και για ορισμένους χαρακτηριστικούς τύπους ρημάτων:

α) Δημιουργία πολλών ρημάτων σε < -ίζω > από τούρκικα ρήματα και ιδίως από τον αόριστο σε < -im >, < -ım >, π.χ. βαρτζεστίζου < vazgeçtim, αγιαρλαdίζου < ayarladım, αλιστίζου < alıştım.

β) Η κατάληξη < -σα >, < -σες >, < -σε > του αορίστου των ρημάτων σε < -τίζω > και < -τώ > μετά την πτώση του άτονου / i / διαμορφώνονται σε < -τ'σα >, < -τ'σις >, < -τ'σι >, χωρίς να γίνει τσιτακισμός, π.χ. πότισα > πότ'σα, πότ'σεις, πότ'σει, ράντισα > ράντ'σα κ.λπ., κόστισα > κόστ'σα κ.λπ., σταμάτησα > σταμάτ'σα κ.λπ.

γ) Το < τ > στην κατάληξη < -τηκα > στο β΄ και γ΄ ενικό πρόσωπο του παθητικού αορίστου μετά την πτώση του άτονου < η > αποβάλλεται, λόγω απλοποίησης διπλού συμφώνου, και με τον τσιτακισμό προκύπτουν οι καταλήξεις < -τσις > και < -τσι >, π.χ. σφίχ'τσις < σφίχτ'τσις < σφίχτ'κις < σφίχτηκες, φέρ'τσις < φέρτ'τσις < φέρτ'κις < φέρτηκες, κλέφ'τσι < κλέφτ'τσι < κλέφτ'κι < κλέφτηκε, βάλ'τσι < βάλτ'τσι < βάλτ'κι < βάλτηκε. [...]

3.      Διατήρηση διαφόρων αρχαϊκών στοιχείων

α) Κατάληξη β΄ πληθυντικού παρατατικού και αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής < -ετε > (την οποία η ΝΕ.Κ. μετασχημάτισε σε < -ατε >) με τη μορφή < -ιτι >, μετά από μετατροπή του άτονου < ε > σε < ι >, π.χ. είχιτι < αρχ. είχετε, μάθιτι < αρχ. εμάθετε, ήρτιτι < αρχ. ήλθετε.

β) Κατάληξη ενεστώτα ενεργητικής φωνής < -ύω > με τη μορφή < -ώ >, π.χ. δγιαλώ < αρχ. διαλύω, απουλώ < αρχ. απολύω, φτω < αρχ. πτύω, ξω < αρχ. ξύω.

γ) Κατάληξη < -πτω > (την οποία η ΝΕ.Κ. μετασχημάτισε σε -βω) με τη μορφή < -φτου >, με τροπή του άηχου στιγμιαίου συμφώνου < π > στο αντίστοιχο άηχο εξακολουθητικό < φ > και μετατροπή του άτονου < -ω > σε < -ου >, π.χ. σκάφτου < αρχ. σκάπτω, ανάφτου < αρχ. ανάπτω και κατ' αναλογία κάφτου < καίω. [...]

4.      Παραγωγή

Εκτός από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο (3) παραγωγικές καταλήξεις, παρατηρείται ευρύτατη χρήση υποκοριστικών σε < -ελ^' >, π.χ. κουρ'τσέλ^', πιδέλ^', λαγ'δέλ^', π'γαδέλ^', αbιλέλ^', γαδουρέλ^' κ.λπ. Λιγότερο συχνή είναι η χρήση των υποκοριστικών καταλήξεων < -ούδα >, < -ούδ' > και < -έλα >, π.χ. κουπιλούδα, πιλικούδα, παπγιούδα, κατσ'κούδα, κουρ'τσούδ', νταμούδ', γλιγούδ', μαμακέλα, κουρ'τσέλα, 'μουρφέλα < όμορφη, κατσ'κέλα, Δισποινέλα, Βασιλ^'κέλα, Βιργινέλα, Σμαρέλα, Κλέλα < Κλειώ, Ραλλέλα < Ραλλιώ, Χαρικλέλα. Σπανίως χρησιμοποιούνται οι υποκοριστικές καταλήξεις < -άκι > και < -ούλα >, π.χ. Τουρκάτσ' < Τουρκάκι, Μουρφούλα, Φουφούλα.

5.      Σύνταξη

Χρήση της αιτιατικής ενικού των προσωπικών αντωνυμιών με τα ρήματα αρέσω, μιλώ αντί γενικής, π.χ. δε μι μ'λά (= δε με μιλά, αντί δε μου μιλά), ντ'ν αρέζου πουλί ντ' Κατιρίνα (= την αρέσω πολύ, αντί μου αρέσει πολύ), σι άρισι πουλί η Κώστας (= σε άρεσε πολύ, αντί του άρεσες πολύ).

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

 

Τα γλωσσικά στοιχεία που αποτελούν το Ι.Τ., διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:

α) Στοιχεία όμοια με αυτά της Κοινής Νεοελληνικής (εφεξής ΝΕ.Κ.)

β) Στοιχεία ιδιωματικά που το διαφοροποιούν τόσο από τη ΝΕ.Κ., όσο και από τα άλλα ιδιώματα. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι εύκολα ή καθόλου κατανοητά από εκείνους που χρησιμοποιούν την ΝΕ.Κ. και προέρχονται από τουρκικά, ιταλικά και ιδίως βενετσιάνικα, καθώς και από μεσαιωνικά, μεταγενέστερα ή αρχαία ελληνικά. Χρησιμοποιούνται αυτούσια ή προσαρμοσμένα στο τυπικό της ΝΕ.Κ. και του ιδιώματος της Τενέδου (π.χ. τσαρdάκ, γιdέκ^, αλάν^', αμανέτ', βιρέμ'ς, αλιστίζου, βρούλο, άλας, σ'νεικάρου). Στο γλωσσάρι που ακολουθεί προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε όλες τις λέξεις που ανήκουν στο ιδίωμα της Τενέδου. Μερικές από αυτές ίσως να είναι εύχρηστες και στα μη βόρεια ιδιώματα, ίσως ακόμη και να είναι γνωστές και σε εκείνους που μιλούν τη ΝΕ.Κ. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι πρέπει να τις θεωρήσουμε μη ιδιωματικές. Δεν είναι απαραίτητο να είναι εντελώς άγνωστη σε όλους τους άλλους μια λέξη για να θεωρηθεί ιδιωματική, όπως και "δεν χρειάζεται να ξέρουν όλοι μια λέξη για να είναι αυτή κοινή" (Ν. Ανδριώτη, Ετυμ. Λεξ. σ. ια΄). Αποφύγαμε ωστόσο να συμπεριλάβουμε λέξεις της ΝΕ.Κ. οι οποίες απλώς έχουν υποστεί φθογγολογικές αλλαγές, έστω κι αν δεν γίνονται κατανοητές με την πρώτη ανάγνωση. Αντίθετα συμπεριλάβαμε ορισμένες λέξεις οι οποίες έχουν υποστεί τέτοιες φωνολογικές μεταβολές που τις καθιστούν άγνωστες στους ομιλητές της ΝΕ.Κ. Επίσης καταγράψαμε και λέξεις της ΝΕ.Κ. οι οποίες έχουν διαφορετική σημασία στο Ι.Τ.

Δίπλα σε κάθε λέξη πριν από τη μεταγλώττισή της στην ΝΕ.Κ. παρατίθεται συχνά η μορφή της -ως υποθετικός τύπος με αστερίσκο- χωρίς τις αλλοιώσεις που επιφέρει το Ι.Τ. Παράλληλα για την πληρέστερη κατανόηση της σημασίας μιας λέξης χρησιμοποιείται αυτή σε μια πρόταση, επιλέγοντας την πιο χαρακτηριστική σημασία της -όταν υπάρχουν πολλές. Επίσης παρατίθεται η μετάφραση των ξένων και αρχαίων ελληνικών λέξεων και ιδίως όταν η σημασία τους διαφέρει από τη νεοελληνική.

Τέλος πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι λέξεις του γλωσσαρίου γράφονται φωνητικά, δηλαδή όπως ακριβώς προφέρονται στο Ι.Τ., γεγονός που ίσως ξενίσει τον μη εξοικειωμένο αναγνώστη.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΕΝΕΔΟΥ

 

Α

αβδέλλα (η) = βδέλλα || το ψάρι γύλος [< α- προτακτ.+ αρχ. βδέλλα].

αβτζής (ο) = κυνηγός [< τουρκ. avcı].

άγανου (το) = άγανο, βελονοειδής απόφυση σταχυού [< μεσν. άγανον < αρχ. άγανον. Κατ' άλλη άποψη από το μετγν. άκανος. (Πβ. "Ανθέρικες τα κοινώς άγανα, άπερ ο στάχυς προβάλλεται" Σχολ. εις Νικάνδρ. Θηριακά 803b 2)].

αγάντα = κράτα, βάστα, κρατήσου: "Αγάντα να φουρτώσουμι ντου γάδαρου" || συνεχώς, πολύ: "Πιράσαμι όμορφα στου παναγύρ'. Αγάντα χουρό τσι κρασί" [< αγαντάρου (βλ. λ.)].

αγαντάρου = κρατώ, προσπαθώ [< ιταλ. agguantare (= αρπάζω, κρατώ)].

Αγαρανός (ο) = Αγαρηνός, μουσουλμάνος, φρ. "Τούρκους τσ' Αγαρανός" = κακός, βάρβαρος [< μεσν. Αγαρηνός < μετγν. 'Αγαρ].

αgαργειατζής (ο) = αυτός που κάνει μια δουλειά χωρίς ενδιαφέρον και πρόχειρα: "Πουλύ αgαργειατζής ένι αυτός η μάστουρ'ς" [< μετγν. αγγαρεία + -τζής].

αgουρίδα (η) = αγουρίδα [< μεσν. αγουρίς < άγουρος < αρχ. άωρος].

αgουρουφάς (ο) = κολοκυθοκόπτης, σκουλήκι που τρώει τις ρίζες νεαρών φυτών [< μεσν. άγγουρος (< μεσν. άγουρος < αρχ. άωρος) + -φάης].

αγιάζ' (το) = ξερό κρύο [< τουρκ. ayaz].

αγιάρ' (το) = έλεγχος - ρύθμιση της ακρίβειας των οργάνων μέτρησης [< τουρκ. ayar].

αγιαρλαdίζου = ρυθμίζω κάποιο όργανο [< τουρκ. ayarladım, αόρ. του ayarlamak, + -ίζω].

αγιουτ'κός (ο) = ο αναφερόμενος στον άγιο [< μεσν. αγιωτικός < αρχ. άγιος].

αgαρίζου = φωνάζω (για τα γαϊδούρια) || μτφ. φωνάζω πολύ δυνατά [< α- προτακτ. + μεσν. γκαρίζω < *ογκαρίζω < αρχ. ογκώμαι ή < αρχ. γαρύω (= φωνάζω)].

άγκουρα (η) = άγκυρα [< αρχ. άγκυρα].

αγνός (ο) = αγνός, καθαρός || αυτός που είναι δύσκολος στο φαγητό, αγνόφαγος [< αρχ. αγνός].

αγούδουρας (ο), πληθ. αγ'δούρ' (οι) = είδος φυτού (το χρησιμοποιούσαν κυρίως για να απλώνουν επάνω του τις σταφίδες για να ξεραθούν) [αγν. ετύμου. Η σύνδεσή του με το αρχ. βουδόρος (= αυτός που γδέρνει τα βόδια) δεν είναι πειστική. Η επιστ. ονομ. του είναι hypericum empetrifolium].

αγριγιά (η) = αγριάδα, άγρωστις, είδος αγριόχορτου [< αρχ. αγρία, θηλ. του επιθ. άγριος ως ουσ.].

αγριγιμός (ο) = *αγριεμός, όψη που προκαλεί φόβο, άγριο ύφος: "Αγριγιμό έχ^' έτσ' που γίν^'τσι του πρόσουπου τς" [< μεσν. αγριεύω + -μός].

αγριγιουλαdίζου = εξαγριώνω, τρομάζω κάποιο ζώο [< αρχ. άγριος + -ηλάτης, πβ. ποδηλάτης, (< αρχ. ελαύνω) + -ίζω].

αδγιάρμ'στους (ο) = ατακτοποίητος, ασυγύριστος [< α- στερητ. + δγιαρμίζου (βλ. λ.)].

αδγιαφόριτους (ο) = ανίκανος, ανώφελος, άχρηστος: "Ντίbιdουζ αδγιαφόριτους ένι. Τίπουτα σουστό δε κάν^'" [< μεσν. αδιαφόρετος < μετγν. αδιαφόρητος (= αυτός που δεν παρουσιάζει διαφορά)].

αδιξιμνιός (ο), αδιξιμνιά (η), αδιξίμ' (το) = ο αναδεξιμιός, ο βαφτισιμιός, το βαφτιστήρι [< μεσν. αναδεξιμαίος < ανεδεξάμην, αόρ. του αναδέχομαι].

αδράχτ' (το) = ξύλινο εργαλείο για το γνέσιμο του μαλλιού [< μετγν. ατράκτιον, υποκορ. του αρχ. άτρακτος].

αθέρας (ο) = το κοφτερό μέρος εργαλείων || μτφ. ο πολύ έξυπνος [< αρχ. αθήρ (= το άγανο του σταχυού || μτφ. η αιχμή του όπλου)].

αθνίζου = βγάζω αθνό, αχνίζω [< αθνός (βλ. λ)].

αθνός (ο) = ατμός [< αρχ. ατμός].

αθός (ο) = ανθός [μεσν. αθός < ανθός < αρχ. άνθος].

ακ'γιέμι = ακούομαι [< αρχ. ακούομαι].

ακόν^' (το) = ακόνι [< μεσν. ακόνιον < αρχ. ακόνη].

ακράνια (τα) = συνομήλικοι [< τουρκ. akran < αραβ.].

ακριβύνου = ακριβαίνω [< ακρίβυνα, αόρ. του ακριβαίνω < ακριβός + -αίνω].

ακρίθους (ο) = ακρίδα [< αρχ. ακρίς] || σπυράκι στο μάτι, κριθαράκι [< α- προτακτ. + αρχ. κριθή > ακρίθα > ακρίθους].

αλά κάππα = το να συμπεριφέρεται κανείς όπως του κατέβει, το να αντιλαμβάνεται κάτι με ιδιαίτερο τρόπο: "Του πήρε αλά κάππα αυτό που τ' είπις" [< ιταλ. alla cappa (= κυριολ. κατά τον μανδύα, ενώ το cappa σημαίνει το κάλυμμα που σκεπάζει το κατάστρωμα του πλοίου για να μη βρέχονται τα εμπορεύματα, μτφ. πλέω αργά και προσεκτικά. Γενικώς σημαίνει "από κάτω"). Ανάλογες φράσεις έχουμε κι άλλες στα Ελληνικά, όπως π.χ. αλά γαλλικά, αλά γερμανικά, αλά τούρκα κ.ά.π.].

αλαμούρ' (το) = ελαφρός επιφανειακός κυματισμός της θάλασσας, που προκαλείται από ξαφνικό ισχυρό άνεμο [< ανεμούρι (= ανεμοδείκτης) < μετγν. ανεμούριον (= ανεμόμυλος). Ίσως ονομάστηκε έτσι, επειδή από τον κυματισμό φαίνεται και η κατεύθυνση του ανέμου].

αλάν^' (το) = αλάνα, πλατεία, τοπωνύμιο της Τενέδου: η μεγάλη πλατεία μπροστά στο λιμάνι [< τουρκ. alan].

αλατζάς (ο) = πολύχρωμος [< τουρκ. alaca].

αλιβριγιά (η) = αλευριά, μουσταλευριά [< αλεύρι + -ιά, με την ανάπτυξη του φθόγγου -γι-].

αλιγ'δέλ^' (το) = *αλιγουδέλι, το μικρό του αλόγου [< *αλιγούδι (< άλιγου, βλ. λ.) + -έλι].

άλιγου (το) πληθ. άλιγα κ. αλόγατα (τα) = το άλογο, ο ίππος [< μετγν. άλογον, ουδ. του επιθέτου άλογος. Ο πληθ. αλόγατα κατ' αναλογία προς το πράματα (= ζώα), βλ. λ.].

αλισβιρίς (το) = αλισβερίσι, δοσοληψίες [< τουρκ. alışveriş].

αλιστίζου = συνηθίζω, εξοικειώνομαι με κάτι: "Δεν αλίστ'σα ακόμα του πουδήλατου" [< τουρκ. alıştım, αόρ. του alışmak (= συνηθίζω), + -ίζω].

αλιστιρdίζου = προσαρμόζω, εξοικειώνω: "Θα του αλιστιρdίσου τ' άλιγου να παγαίν^' μουνάχου τ' στου σπίτ'" [< τουρκ. alıştırdım, αόρ. του alıştırmak (= κάνω κάποιον να συνηθίσει σε κάτι), + -ίζω].

αλbαζία (η) = τρέλα, βλακεία [< ιταλ. albagia (= έπαρση, αλαζονεία)].

αλbενί (το) = γοητεία, ελκυστικότητα: "Δεν έχ^' αλbενί" [< τουρκ. albeni].

αλουν^'στής (ο) = αλωνιστής, ο Ιούλιος [< μεσν. αλωνίζω + -τής].

αλ^'πανάβατου (το) = λιπανάβατο, λειψανάβατο, το ψωμί που δεν "ανέβηκε", δε φούσκωσε, δεν υπέστη την απαραίτητη ζύμωση || μτφ. ο κρύος και άχαρος άνθρωπος [< α- προτακτ. + μεσν. λιπανάβατος < αρχ. ελλιπώς + αρχ. αναβατός].

αλ^'σά (η) = *αλισά, αλισίβα, σταχτόνερο που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα στο πλύσιμο των ασπρόρουχων [< α- προτακτ. + ιταλ. lisciva].

αλ^'τσάχν^' (η) = λεπτό στρώμα αλατιού που σχηματίζεται πάνω στις πέτρες μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού [< αρχ. αλοσάχνη < αλός (αλς) άχνη (= θαλάσσιος αφρός)].

αλυφαdής (ο) = αράχνη [< ανυφαντής < μεσν. ανυφάντης < αρχ. ανυφαίνω. Υπάρχουν δεκάδες είδη αράχνης με επιστ. ονομ. που έχει ως β΄ συνθετικό το -yphantes (κατάλογος του Αμερικανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας) ένα από τα οποία είναι και το hylyphantes, που παραπέμπει στο αλυφαdής. Ίσως γι' αυτό το λόγο και η προφορά του -λυ- είναι υπερωική].

αμ τι = βεβαιότατα, πώς όχι, γιατί όχι: "-Θα ν έρτ'ς τσι συ; -Αμ τι δε θα ν έρτου;" [< μεσν. αμμέ (< αμμή < φρ. αν μη) + τι (= γιατί)].

άμα = όμως, αλλά: "Θέλου να 'ρτου, άμα έχου δ'λειά" [< τουρκ. ama < αραβ.] || αν, όταν [< αρχ. άμα].

αμανέτ' (το) = προσωρινή παράδοση αντικειμένων ή και προσώπων για φύλαξη || η αποστολή κάποιου πράγματος μέσω ενός προσώπου [< τουρκ. emanet].

αμανίτ'ς (ο) = μανιτάρι [< μετγν. αμανίτης].

 

 

ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ

αβέβ. = αβέβαιου

αγγλ. = αγγλικά, -ό

αγν. = αγνώστου

αλβ. = αλβανικά, -ό

αντιδ. = αντιδάνειο βλ. παρακάτω ΟΡΟΛΟΓΙΑ

αντίθ. = αντίθετος, -ο

αραβ. = αραβικά, -ό

αρμεν. = αρμενικά, -ό

αρχ. = αρχαία (- 4ος αιώνας π.Χ.).

αττ. = αττικός, -ό

βεν. = βενετσιάνικα, -ο

βλ. = βλέπε

βλάχ. = βλάχικα

βουλγ. = βουλγαρικά, -ό

γαλλ. = γαλλικά, -ό

γερμ. = γερμανικά, -ό

δωρ. = δωρικός, -ό

ειρων. = ειρωνικός, -ή, -ό

επίθ. = επίθετο

επίρρ. = επίρρημα

επιφ. = επιφώνημα

ετυμ. = ετυμολογικά

ηχομιμητ. = ηχομιμητική

θηλ. = θηλυκό

ιδιωμ. = ιδιωματικός, -ή, -ό

ιταλ. = ιταλικά, -ό

ινδ. = ινδικά, -ό

ισπ. = ισπανικά, -ό

κ. = και

κινέζ. = κινέζικα, -ο

κυριολ. = κυριολεκτικά

λ. = λέξη

λατ. = λατινικά, -ό

μεγεθυντ. = μεγεθυντικό

μέσ. = μέσο

μεσν. = μεσαιωνική ελληνική (7ος αιώνας - 1800 μ.Χ.).

μεταπλ. = μεταπλασμένος, -η, -ο

μετγν. = μεταγενέστερη ελληνική (3ος αιώνας π.Χ. - 6ος αιώνας μ.Χ.).

μετχ. = μετοχή

μτφ. = μεταφορικά

νεοελλ. = νεοελληνικά, -ό

ΝΕ.Κ. = Νεοελληνική Κοινή

οθωμαν. = οθωμανικά, -ό

ονομ. = ονομασία

ουγκρ. = ουγκρικά

ουσ. = ουσιαστικό

ουσιαστικοπ. = ουσιαστικοποιημένο

όψιμ. = όψιμο

παλ. = παλιός, -ά, -ό

παλαιότ. = παλαιότερα, -ο

παράλ. = παράλληλος, -η, -ο

παρετυμολ. = παρετυμολογική

πβ. = παράβαλε

πιθ. = πιθανόν

πιθανότ. = πιθανότερο

περσ. = περσικά, -ό

προθ. = πρόθεση

προστακτ. = προστακτική

προτακτ. = προτακτικό

ρ. = ρήμα

ρουμ. = ρουμανικά, -ό

σημ. = σημασία

σημερ. = σημερινά, -ό

σημιτ. = σημιτικά, -ό

σλαβ. = σλαβικά, -ό

σύνδ. = σύνδεσμος

τ. = τύπος λέξης

τουρκ. = τουρκικά, -ό

υβριστ. = υβριστικός, -ά

υποκορ. = υποκοριστικό

φρ. = φράση

 

ΣΥΜΒΟΛΑ

[ ] = 1. ετυμολογία, προέλευση της λέξης, 2. φωνητική γραφή λέξης

/ / = φωνολογική γραφή λέξης

< > = ιστορική ορθογραφία λέξης ή κατάληξης λέξεως

/ = παράλληλος τύπος λέξης

* = υποθετικός τύπος

( ) = διευκρίνιση, μετάφραση

> = ο τύπος που ακολουθεί προέρχεται από τον τύπο που προηγείται.

< = ο τύπος που προηγείται προέρχεται από τον τύπο που ακολουθεί. Σε λέξεις ορισμένων γλωσσών, όπως π.χ. η αραβική, η περσική κ.ά., όπου η ορθή απόδοση της προφοράς τους δεν είναι δυνατή, αναφέρεται μόνο η γλώσσα προέλευσής τους.

|| = άλλη σημασία της λέξης

( ' ) = αποβολή των φωνηέντων

λ^ = ουρανικό λ, προφέρεται όπως στη νεοελληνική λέξη λιακάδα.

ν^ = ουρανικό ν, προφέρεται όπως στη νεοελληνική λέξη των νηπίων νιανιά.

κ^ = ουρανικό κ, προφέρεται όπως στη νεοελληνική λέξη κύμα.

γ^ = ουρανικό γ, προφέρεται όπως στη νεοελληνική λέξη γιαγιά.

χ^ = ουρανικό χ, προφέρεται όπως στη νεοελληνική λέξη χιόνι.

j = φθόγγος γι, προφέρεται όπως στη νεοελληνική λέξη γιαγιά.

 

ΟΡΟΛΟΓΙΑ

αντιδάνειο = μια λέξη η οποία, αφού εισαχθεί σε κάποια άλλη γλώσσα, επιστρέφει αλλοιωμένη στη γλώσσα από την οποία προήλθε.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ**

 

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ, Λεξικό τη Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 1998.

Ν. Π. ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη 1990.

Α. ΦΛΩΡΟΣ, Νεοελληνικό Ετυμολογικό και Ερμηνευτικό Λεξικό, Αθήνα 1980.

Κ. ΔΑΓΚΙΤΣΗΣ, Ετυμολογικό λεξικό της Νεοελληνικής, Αθήνα 1978.

Ν. Π. ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Ίμβρου, περ. ΙΜΒΡΟΣ 45-46, 48 (1997).

Ν. Π. ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, Οι αρχαϊσμοί του γλωσσικού ιδιώματος της Ίμβρου, περ. ΙΜΒΡΟΣ 30 (1949).

Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Γραμματική των βορείων ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήναι 1926.

Δ. ΠΑΠΑΝΗΣ - Ι. Δ. ΠΑΠΑΝΗΣ, Λεξικό της Αγιασώτικης διαλέκτου (ερμηνευτικό - ετυμολογικό), έκδοση Δήμου Αγιάσου, Μυτιλήνη 2000.

Ν. Χ. ΤΑΣΤΑΝΗ, Λεσβιακή λαογραφία, Λεξικό γλωσσικού ιδιώματος Παρακοίλων, έκδοση Δήμου Καλλονής, Αθήνα 1998.

Χ. ΚΛ. ΔΕΜΙΡΗΣ, Λεξικό γλωσσικού ιδιώματος Ερεσού Λέσβου, έκδοση συλλόγου Ερεσίων, Αθήνα 2003.

Σ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ, Λεσβιακά, ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903, φωτοτυπημένη επανέκδοση, Αθήνα 1972.

Γ. Ν. ΓΙΑΝΝΟΥΛΕΛΛΗΣ, Νεοελληνικές ιδιωματικές λέξεις δάνειες από ξένες γλώσσες, Αθήνα 1982.

Ε. ΚΡΙΑΡΑΣ, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, Θεσσαλονίκη 1969.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ, Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής, Αθήνα 1933.

Μ. ΦΙΛΗΝΤΑΣ, Γλωσσογνωσία και Γλωσσογραφία (ελληνική), Αθήνα 1984.

C. du F. D. du CANGE, Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, Lyon 1688.

A. MIRAMBEL, Η Νέα Ελληνική Γλώσσα, Θεσσαλονίκη 1988.

F. DE SAUSSURE, Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας, Αθήνα 1979.

A. MARTINET, Στοιχεία Γενικής Γλωσσολογίας, Θεσσαλονίκη 1987.

G. MOUNIN, Κλειδιά για τη Γλωσσολογία, Αθήνα 1994.

Α. MANDESON, Τέλειο Γαλλοελληνικό Λεξικό, Αθήνα 1972.

T.[ürk] D.[il] K.[urumu], Türkçe Sözlük, Ankara 1959.

Σ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ, Τουρκοελληνικό Λεξικό, χ.χ.

Μ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Ελληνο-τουρκικό και Τουρκο-ελληνικό Λεξικό, Ξάνθη 1962.

Σ. ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗΣ, Λεξικόν Λατινοελληνικόν, Αθήνα, χ.χ.

Α. ΤΣΟΥΚΑΝΑΣ, Νέον Ιταλο-ελληνικόν Λεξικόν, χ.χ.

Ε. ΠΑΠΑΜΕΡΗ, Το ιδίωμα της Τενέδου (ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία), Θεσσαλονίκη 2004-05.

Κ. ΚΟΥΚΚΙΔΗΣ, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960 (Ανάτυπον εκ του 24ου και 25ου τ. του Αρχείου του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού).

R. MARMARA, Lexique étymologique (et encyclopédique) des mots grecs empruntés au Turc-Ottoman, Ankara, χ.χ.

Türk Dil Kurumu Ana Sayfası (Ίδρυμα Τουρκικής Γλώσσας - Λεξικό online).
http://www.halici.com.tr/sozluk (Τουρκικό Λεξικό online).

http://www.seslisozluk.com (Τουρκο-αγγλικό και Αγγλο-τουρκικό Λεξικό online).
http://www.xanthi.ilsp.gr/dictionaries/turkish_new.asp (Ελληνο-τουρκικό Λεξικό online).

http://www.komvos.edu.gr/dictionaries/dictonline/DictOnLine.htm (Λεξικά Τριανταφυλλίδη, Κριαρά, Γεωργακά αγγλο-ελληνικό, Αναστασιάδη-Συμεωνίδη αντίστροφο online).

http://www.turkcesozluk.org/index.php (Τουρκικό Λεξικό online).
http://www.nisanyansozluk.com/ (Τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό online).

http://www.isimbulamadim.com/OsmanlicaSozluk.aspx (Οθωμανικό Tουρκικό Λεξικό online).

http://www.osmanlicaturkce.com (Οθωμανικό Tουρκικό Λεξικό online).

http://www.perseus.tufts.edu/cgi-bin/resolveform (Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά Λεξικά online).
http://linguistics.berkeley.edu/TELL/cgi-bin/TELLsearch.cgi (Τουρκικό Ετυμολογικό Λεξικό online).

http://www.onlineyunanca.com/yeni/default.asp (Τουρκο-ελληνικό και Ελληνο-τουρκικό Λεξικό online).

_____________________

* Η μελέτη αυτή είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας μέσω της προσωπικής σελίδας του συγγραφέα στο Διαδίκτυο το 2006, ενώ παράλληλα άρχισε να δημοσιεύεται τμηματικά και στο περιοδικό "Παλμοί της Βατούσας". Η πρώτη αυτή έκδοση της μελέτης δημοσιεύεται στο παρόν βιβλίο συμπληρωμένη και βελτιωμένη. Στη συγκέντρωση των λέξεων του γλωσσαρίου που ακολουθεί σημαντική υπήρξε η συμβολή του γαμπρού μου Μιχάλη Κάλφα και της αδελφής μου Δέσποινας. Τους ευχαριστώ πολύ.

 ** Οι διαδικτυακές πηγές ανανεώνονται.