ΓΙΑΤΙ ΧΑΘΗΚΕ Η ΤΕΝΕΔΟΣ...

 

Η Τένεδος έζησε μια μακρά τουρκοκρατία με ένα μικρό μόνο διάλειμμα ελεύθερου βίου (1912-1923). Απελευθερώθηκε κατά τους βαλκανικούς πολέμους και αποδόθηκε και πάλι στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λοζάνης. Κι αυτή όμως η μικρή περίοδος δεν ήταν απολύτως ελεύθερη, διότι το νησί βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Αγγλογάλλων, κυρίως των πρώτων, που είχαν στρατοπεδεύσει στο νησί λόγω των ναυτικών επιχειρήσεων στα Δαρδανέλια με τους Τούρκους κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκόσμιου πολέμου. Ήταν τόση η εξουσία των 'Αγγλων που έλεγχαν ακόμη και την ελληνική διοίκηση, όταν δεν τους ικανοποιούσε τα σχέδια. Η ουσιαστική ένταξη του νησιού στον ελληνικό κορμό έγινε με τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 όμως η μοίρα επεφύλασσε στην Τένεδο, όπως και στην Ίμβρο, την επιστροφή της στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λοζάνης.

 

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΟΖΑΝΗΣ

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα δια του Ε. Βενιζέλου κατέβαλε προσπάθειες να παραμείνουν τα νησιά στην ελληνική επικράτεια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι με τις μαξιμαλιστικές, ως συνήθως, απαιτήσεις τους ζητούσαν την παράδοση κι άλλων νησιών του Αιγαίου, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η Ελλάδα να περιορίσει τις αξιώσεις της και να συμφωνήσει στην επιστροφή των νησιών Ίμβρου και Τενέδου στην Τουρκία. Οι ίδιοι οι Τενέδιοι και οι Ίμβριοι με επανειλημμένες και έντονες διαμαρτυρίες προσπάθησαν να μεταπείσουν τις χώρες που συμμετείχαν στις εργασίες της Συνθήκης της Λοζάνης, χωρίς όμως να κατορθώσουν να αλλάξουν μια προ πολλού ειλημμένη απόφαση. Μολονότι οι Δυνάμεις αυτές αντιλαμβάνονταν ότι τα νησιά, που αποτελούνταν από ελληνικό κυρίως πληθυσμό, θα είχαν ένα σκοτεινό και αβέβαιο μέλλον υπό τουρκική κυριαρχία, πείστηκαν από την επιχειρηματολογία της Τουρκίας που πρόβαλλε λόγους ασφαλείας, επειδή τα νησιά γειτνιάζουν προς τα τουρκικά παράλια. Λόγος όμως χωρίς περιεχόμενο, αφού τα νησιά θα ήταν αποστρατικοποιημένα. Στην πραγματικότητα οι συμμαχικές δυνάμεις ενδιαφέρονταν για τα προσωπικά τους συμφέροντα, που είχαν σχέση με τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ελλησπόντου. Έτσι ικανοποίησαν τις απαιτήσεις της Τουρκίας κι όχι των άμοιρων νησιωτών. Και ήταν οι ίδιες Δυνάμεις που το 1912 έστελναν ευχαριστήρια τηλεγραφήματα προς τους νησιώτες, οι οποίοι προσέφεραν βοήθεια στους διασωθέντες ναυτικούς των βυθισθέντων πολεμικών τους πλοίων κατά τις επιχειρήσεις των Δαρδανελίων το 1915. Οι Τενέδιοι ξερίζωσαν τα αμπέλια τους για να κατασκευάσουν οι 'Αγγλοι αεροδρόμιο στο νησί, ενώ Τενέδιοι ψαράδες βοήθησαν τα αγγλικά πληρώματα των πολεμικών πλοίων να τα εξοπλίσουν ως ναρκαλιευτικά και τους προσέφεραν θερμή φιλοξενία. Ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ούτε από την ελληνική κοινή γνώμη υπήρξε καμιά υποστήριξη προς τους Τενέδιους και Ίμβριους, όπως φαίνεται από την αποστασιοποίηση του ελληνικού τύπου προς τις διαμαρτυρίες των νησιωτών. Τελικά οι συντάκτες της Συνθήκης της Λοζάνης έχοντας συνείδηση της μεγάλης αδικίας που διέπρατταν εις βάρος των νησιωτών ψήφισαν το άρθρο 14 ως αντιστάθμισμα της καταπάτησης βασικών δικαιωμάτων των Τενεδίων και Ιμβρίων, με το οποίο προβλέπεται ότι τα νησιά πρέπει να απολαύουν ειδικής διοικητικής οργάνωσης που θα αποτελείται από τοπικά στοιχεία. Πράγματι με το άρθρο 14 της Συνθήκης ορίζεται ότι: «Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραμένουν υπό την τουρκική κυριαρχία, θα έχουν ειδική διοικητική οργάνωση που θα αποτελείται από τοπικά στοιχεία και θα παρέχει κάθε εγγύηση στο μη μουσουλμανικό ιθαγενή πληθυσμό σε ό,τι αφορά την τοπική διοίκηση και την προστασία των προσώπων και των περιουσιών. Η διατήρηση της τάξης στα νησιά θα εξασφαλίζεται από αστυνομία που θα συγκροτείται από τον ιθαγενή πληθυσμό, με τη φροντίδα της προβλεπόμενης παραπάνω τοπικής διοίκησης, στην οποία θα υπακούει. Οι συνθήκες που συνομολογήθηκαν ή θα συνομολογηθούν ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, για την ανταλλαγή των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, δεν θα εφαρμοστούν στους κατοίκους των νησιών Ίμβρου και Τενέδου». Παράλληλα με τα άρθρα 38-44 κατοχυρώνονταν τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα του μη μουσουλμανικού πληθυσμού του νησιού.

Ωστόσο από πολύ νωρίς φάνηκε ότι η Τουρκία δεν ήταν διατεθειμένη να εφαρμόσει το άρθρο 14. Όταν το νησί εγκαταλείφθηκε από το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, πριν ακόμη επίσημα και τυπικά αποδοθεί στην Τουρκία -άλλωστε η παραλαβή δεν έγινε με τη δέουσα διαδικασία αλλά βίαια με πολεμικά πλοία- οι Τούρκοι απαγόρευσαν σε έναν σημαντικό αριθμό Τενεδίων (64 άτομα και τα μέλη των οικογενειών τους, που σε κάποια φάση έφτασαν τα 96) να επιστρέψουν στο νησί με την αιτιολογία ότι δήθεν ανέπτυξαν αντιτουρκική δράση και είχαν βιαιοπραγήσει κατά Μουσουλμάνων. Απώτερος στόχος ήταν ο αποκεφαλισμός της Τενέδου από τα πιο αξιόλογα στοιχεία του, που θα μπορούσαν στη δύσκολη αυτή στιγμή να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διοίκηση του νησιού αλλά και στην ενθάρρυνση των υπολοίπων να επιστρέψουν στο νησί από την αυτοεξορία και να στηρίξουν την όλη προσπάθεια της ελληνικής κοινότητας για την επούλωση των πληγών του πολέμου και της προσφυγιάς. Η πρώτη λοιπόν προσπάθεια για την εδραίωση του ελληνισμού στην Τένεδο απέτυχε λόγω της τακτικής και των ενεργειών της Τουρκίας. Δεν περιορίστηκε όμως μόνο σ' αυτό. Διαστρεβλώνοντας το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 14 της Συνθήκης της Λοζάνης το 1927 ψηφίζει έναν ειδικό νόμο για τη διοίκηση των νησιών (Mahalli İdareler Kanunu 1151/1927) σύμφωνα με τον οποίο τον απόλυτο έλεγχο της τοπικής διοίκησης αναλαμβάνει η κεντρική κυβέρνηση δια του διορισμένου και ελεγχόμενου διοικητή του νησιού. Παράλληλα κατά παράβαση του άρθρου 41  της Συνθήκης της Λοζάνης (με το άρθρο 14 του Ν. 1151/27: ενδιαφέρον έχει ο αριθμός του άρθρου!) απαγορεύει την ελληνική εκπαίδευση, επιτρέποντας τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας μόνο για λίγες ώρες εκτός του κανονικού προγράμματος διδασκαλίας. Τούτο υπήρξε το δεύτερο κτύπημα στην καρδιά του ελληνικού πληθυσμού του νησιού. Παρ' όλα αυτά οι Έλληνες της Τενέδου παραμένουν στο νησί και αγωνίζονται να επιβιώσουν. Επιδίδονται με ζήλο στις εργασίες τους και μετατρέπουν το νησί σε ένα απέραντο αμπελώνα, προκαλώντας την εντύπωση και τα θετικά σχόλια και τουρκικών ακόμη παραγόντων. Το νησί βέβαια στερούνταν βασικών έργων υποδομής (λιμάνι, δρόμοι, ύδρευση, ηλεκτροφωτισμός) γιατί χαρακτηριζόταν «νησί των Απίστων» (gâvur ada). Έτσι κοντά στους έλληνες κατοίκους υπέστησαν τις συνέπειες αυτής της νοοτροπίας και οι τούρκοι κάτοικοι. Μια παραχώρηση προς την ελληνική κοινότητα έγινε το 1952, όταν επετράπη η λειτουργία ελληνικού δημοτικού σχολείου στο νησί. Οι συζητήσεις για την είσοδο των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ έπρεπε να επιβραβευτούν με ένα δώρο! Ωστόσο το δώρο αυτό το πήραν πίσω οι Τούρκοι το 1964!

 

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ: 1955-1964-1974

 Πριν όμως από το γεγονός αυτό, ορόσημο στη νεότερη ιστορία του νησιού αποτελεί το έτος 1955, κατά το οποίο έγιναν τα γνωστά γεγονότα στην Κων/πολη, τα «Σεπτεμβριανά», τα οποία απέβλεπαν να ξεριζώσουν τον ελληνισμό από την Τουρκία γενικά. Βέβαια όταν λέμε αφετηρία δεν σημαίνει ότι δεν προηγήθηκαν ανάλογα γεγονότα στο παρελθόν. Έχουμε οικονομικής φύσεως κυρίως διώξεις, όπως ο νόμος περιουσίας (Varlık vergisi) το 1942, ο οποίος ναι μεν αφορά όλους τους αλλοδαπούς κατοίκους της Τουρκίας, όμως στοχεύει πρωτίστως τους Έλληνες. Γι' αυτούς κυρίως θεσπίστηκε. Συμπεριέλαβε όλους τους ξένους, απλώς για να ρίξει στάχτη στα μάτια. Η τουρκική πολιτική έχει μια εσωτερική συνοχή και παρουσιάζει μια αλυσιδωτή αντίδραση! Κάθε φάση της αντίδρασης αυτής προβλέπει με ακρίβεια την επόμενη φάση κ.ο.κ. Έχει συνέχεια και συνέπεια, γι' αυτό και είναι αποτελεσματική. Στην Τένεδο ειδικά δεν υπήρξαν βανδαλισμοί τύπου «Σεπτεμβριανών» Κων/πολης. Υπήρξαν όμως διώξεις, λόγω και έργω απειλές, τρομοκράτηση των Ελλήνων σε κάθε ευκαιρία. Χωρίς αμφιβολία υπήρχαν και ειρηνικές στιγμές μεταξύ των δύο κοινοτήτων που δημιουργούνταν φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις. Πάντα όμως υπήρχε μια αμοιβαία καχυποψία, η οποία με την παραμικρή αφορμή εκδηλωνόταν με μια συμπεριφορά που διατάρασσε την ειρηνική και αρμονική συνύπαρξη μεταξύ τους. Η ίδια η δομή του μοναδικού οικισμού της Τενέδου, αποτελούμενου από δύο ξεχωριστές συνοικίες, την ελληνική και την τουρκική, απομακρυσμένες μεταξύ τους και διαχωριζόμενες με ένα μεγάλο χαντάκι, συνέβαλε στη μείωση των αναπόφευκτων εντάσεων και αντιπαραθέσεων, που θα δημιουργούνταν από τον καθημερινό συγχρωτισμό Ελλήνων και Τούρκων. Ασφαλώς κύριος συντελεστής των ανθελληνικών ενεργειών ήταν η κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων λόγω του Κυπριακού ζητήματος. Τα γεγονότα του 1955 π.χ. συνδέονται στενά με την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Κυπρίων από τον βρετανικό ζυγό και αποτελούν απάντηση της Τουρκίας στις σκέψεις των Ελληνοκυπρίων για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ήταν ένα προληπτικό μέτρο, μια προειδοποίηση ή και απειλή της Τουρκίας τι πρέπει να αναμένεται σε περίπτωση εμμονής της Κύπρου και της Ελλάδας σε μια τέτοια εξέλιξη.

Ένα δεύτερο ορόσημο αποτελεί το έτος 1964. Και πάλι έχουμε όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων λόγω της κρίσης στο Κυπριακό. Οι Τούρκοι βομβαρδίζουν την Κύπρο με βόμβες «ναπάλμ» για να τιμωρήσουν τους Κυπρίους που «καταπίεζαν και προσπαθούσαν να εξοντώσουν τους ομοεθνείς τους». Όχι ότι δεν υπήρξαν έκτροπα από ορισμένους Ελληνοκυπρίους. Αλλά η τιμωρία με βομβαρδισμό ήταν μια δεύτερη προειδοποίηση, πιο σαφής και άμεση αυτή τη φορά, ότι η ακολουθούμενη πολιτική στο Κυπριακό μόνο τους Έλληνες θα βλάψει. Από το 1964 και μετά τα μέτρα της τουρκικής διοίκησης στην Τένεδο λαμβάνουν πιο οργανωμένη μορφή. Συγκεκριμένα με το Ν. 502/1964, που επανέφερε σε ισχύ το αλήστου μνήμης άρθρο 14 του Ν. 1151/1927, κατάργησαν την ελληνική εκπαίδευση στο νησί, ενώ παράλληλα προέβησαν στην κατάσχεση του σχολικού κτιρίου του δημοτικού σχολείου καθώς και του νεόκτιστου νηπιαγωγείου. Οι Τενέδιοι προετοιμάζονταν να κάνουν εγκαίνια του νέου αποκτήματός τους. Δεν πρόλαβαν. Το δήμευσαν οι Τούρκοι και έκαναν τα εγκαίνια οι ίδιοι, χρησιμοποιώντας το όχι βέβαια ως νηπιαγωγείο. 'Αλλωστε δεν είχαν πρόβλημα κτιρίων. Είχαν καταλάβει ήδη από το 1923 και το ελληνικό αρρεναγωγείο, οπότε είχαν την πολυτέλεια να στεγάσουν με πολλή άνεση τις δικές τους υπηρεσίες. Μάλιστα το αρρεναγωγείο μετατράπηκε τα τελευταία χρόνια σε ξενοδοχείο. Να ληφθεί υπόψη ότι τα κτίρια αυτά κατασκευάστηκαν με έξοδα και προσωπική εργασία της ελληνικής κοινότητας και αποτελούν νόμιμη περιουσία της. Με τη γνωστή τακτική της αμφισβήτησης των τίτλων ιδιοκτησίας των ευαγών ιδρυμάτων της μειονότητας (βακούφια) προέβησαν στη δήμευσή τους και συνεχίζουν να το πράττουν και στην Κων/πολη, παρά τις καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προφανώς η επιδρομή αυτή εναντίον της περιουσίας της ελληνικής κοινότητας είχε ως στόχο να επιταχύνει το ξερίζωμα του ελληνισμού από το νησί. Τα Ελληνόπουλα αναγκάζονται ή να φοιτήσουν στο τουρκικό σχολείο, όπου η διδασκαλία γίνεται αποκλειστικά στην τουρκική γλώσσα, ή να μεταβούν στην Κων/πολη όπου λειτουργούν ελληνικά σχολεία. Η δεύτερη επιλογή ήταν σπανιότερη μια και απαιτούσε δυσβάστακτες δαπάνες για τους γονείς. Σ' αυτή τη φάση δεν επετράπη η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας όπως συνέβη με τον νόμο 1151 του 1927. Επετράπη αργότερα, το 1967, αλλά ο κανονισμός απαιτούσε τέτοιες προϋποθέσεις που τον καθιστούσε ανεφάρμοστο στην πράξη. Παράλληλα απελάθηκαν και όλοι οι Έλληνες υπήκοοι του νησιού, που ήταν όμως πολύ λίγοι. Ωστόσο το μέτρο αυτό δεν πτόησε τους Έλληνες της Τενέδου, οι οποίοι εξακολούθησαν να παραμένουν στο νησί υπομένοντας τη νέα καταιγίδα. Γι' αυτό και η ανθελληνική τακτική της Τουρκίας ενισχύθηκε και με άλλα μέτρα που στηρίζονταν στην τρομοκρατία. Μια προσφιλής τακτική της γείτονος και πολύ αποτελεσματική. Κι όχι μόνο από την τουρκική διοίκηση αλλά συχνά και από τους ντόπιους τούρκους κατοίκους. Πότε φανερά και πότε κρυφά, με δολιοφθορές και ανώνυμες απειλές, ενίσχυαν την πολιτική του επίσημου κράτους. Όλη αυτή η τακτική τρομοκράτησης του ελληνικού πληθυσμού από το επίσημο κράτος και παρακράτος ανάγκασε τους Έλληνες να εγκαταλείψουν σταδιακά το νησί.

Το τρίτο ορόσημο στην ανθελληνική πολιτική της Τουρκίας εναντίον της Τενέδου αποτελεί το έτος 1974. Και πάλι έχουμε μια οξεία κρίση στο Κυπριακό, με την εισβολή και κατάληψη της βόρειας Κύπρου από τον τουρκικό στρατό. Το σχέδιο ολοκληρώθηκε και οι δύο προειδοποιήσεις έλαβαν πια συγκεκριμένη εφαρμογή. Από το 1974 και μετά η φυγή των Ελλήνων της Τενέδου γίνεται μαζική, ώστε στο τέλος της δεκαετίας να έχουν μείνει ελάχιστοι Έλληνες. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και οι υπόλοιποι στην Αυστραλία, στην Αμερική κ.α. Σήμερα από τους 1200 περίπου έλληνες κατοίκους τη δεκαετία του 1960, οι μόνιμοι έλληνες κάτοικοι είναι μια δεκάδα, ενώ ακίνητη περιουσία στο νησί έχουν συνολικά 27 άτομα χωρίς να είναι μόνιμοι κάτοικοι.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Μέσα από αυτή τη συνοπτική ιστορική επισκόπηση φαίνεται καθαρά ποια ήταν η τουρκική στάση και πολιτική απέναντι στην ελληνική μειονότητα. Αλλά είναι μόνο η Τουρκία υπεύθυνη για την απώλεια της Τενέδου; Καιρός να αναλάβει και η ελληνική πλευρά της ευθύνες της, έστω και κατόπιν εορτής. Τι έπραξε ή καλύτερα τι δεν έπραξε η Ελλάδα ώστε να έχουμε άλλες δύο χαμένες πατρίδες σήμερα; Ο ελβετός βουλευτής Αντρέας Γκρος, εισηγητής για το ζήτημα της Ίμβρου και Τενέδου, σε υπόμνημά του στις 10 Απριλίου 2007 στην Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης θέτει πολύ ορθά το ζήτημα των ευθυνών σε ευρύτερα πλαίσια αναφέροντας ανάμεσα στα άλλα και τα εξής: «Είναι μολαταύτα απαραίτητο, για την επεξεργασία και την πρόταση μιας δίκαιης και εύλογης λύσης για το μέλλον, να γίνει αντιληπτό το ιστορικό υπόβαθρο της παρούσας κατάστασης -ακόμη και αν το υπόβαθρο αυτό δεν είναι κολακευτικό για τις τότε τουρκικές κυβερνήσεις καθώς και για τις ελληνικές κυβερνήσεις και την ευρύτερη διεθνή κοινότητα που επέτρεψαν να εφαρμοστούν οι πολιτικές χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις, για λόγους ψυχροπολεμικής στρατηγικής, οικονομικών συμφερόντων κλπ.».

 Η αφετηρία των ευθυνών της Ελλάδας βρίσκεται στη Συνθήκη της Λοζάνης. Δεν αμφιβάλλει κανείς για τις προσπάθειες της ελληνικής διπλωματίας στη Λοζάνη με επικεφαλής τον Ε. Βενιζέλο για να διατηρήσει η χώρα μας όσα περισσότερα ήταν δυνατό. Εδώ θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει ελαφρυντικά στην αποτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Η Ελλάδα έβγαινε ηττημένη από έναν καταστρεπτικό πόλεμο, και έτσι ήταν πολύ δύσκολο να έχει πολλές αξιώσεις. Αναγκάστηκε να συμβιβαστεί. Αν κατανοείται η δυσκολία να παραμείνουν τα νησιά στην ελληνική επικράτεια κατά τη φάση αυτή, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί η πολιτική της χώρας μας μετά το 1923. Η Τουρκία αφέθηκε ουσιαστικά ελεύθερη να αποφασίζει κατά το δοκούν εις βάρος των ελληνικών πληθυσμών των δύο νησιών. Κι όχι μόνο τούτο, αλλά πιστεύοντας και επενδύοντας πολλές ελπίδες στο όραμα της «ελληνοτουρκικής φιλίας» η Ελλάδα εθελοτυφλεί στις κατάφωρες παραβάσεις της Συνθήκης της Λοζάνης, επιτρέποντας στην Τουρκία να εμπεδώσει την αντίληψη ότι κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι αυτή και μόνον αυτή. Δεν έθεσε καθόλου το θέμα των νησιών ούτε στη Συμφωνία της 'Αγκυρας της 21ης  Ιουλίου 1925 ούτε στη Συμφωνία των Αθηνών της 1ης Δεκεμβρίου του 1926 ούτε και στην ελληνο-τουρκική συμφωνία του 1930. Η πίστη της Ελλάδας στην ελληνοτουρκική φιλία υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε το 1930 να προταθεί από τον ίδιο τον Ε. Βενιζέλο ο Κεμάλ για το Νόμπελ ειρήνης! Η μεγαλοψυχία σε όλο της το μεγαλείο, αλλά και η εθνική αξιοπρέπεια θυσία στο βωμό μιας «φιλίας» ανέφικτης, όπως περίτρανα αποδείχτηκε. Γιατί φιλία με μονομερείς υποχωρήσεις δεν μπορεί ούτε να θεμελιωθεί ούτε να έχει μέλλον. Απαιτείται αμοιβαίος σεβασμός, αλληλοκατανόηση και αμοιβαία υποχωρητικότητα.

Όσον αφορά τις ανθελληνικές ενέργειες της Τουρκίας το 1964 η χώρα μας περιορίστηκε απλώς σε ορισμένες χλιαρές και εκ των προτέρων καταδικασμένες διαμαρτυρίες στους διεθνείς οργανισμούς, από τον Ο.Η.Ε. μέχρι το ΝΑΤΟ. Σ' αυτές τις ενέργειες της Ελλάδας η Τουρκία έκανε τον δικό της αντιπερισπασμό ζητώντας τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας με το πρόσχημα των «προκλητικών στρατιωτικών μέτρων της Ελλάδος», ενώ κατά τη γενική συνέλευση της UNESCO στις 29 Οκτωβρίου 1964 που θα συζητούσε το θέμα της εκπαίδευσης στην Τένεδο και στην  Ίμβρο, συζητήθηκε παράλληλα και η προσφυγή-αντιπερισπασμός της Τουρκίας για τα μουσουλμανικά σχολεία της Δ. Θράκης!  Η απόφαση της UNESCO υπήρξε ένα απλό ευχολόγιο. Το ίδιο έπραξε και το ΝΑΤΟ. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ασχολήθηκε με την προσφυγή της Ελλάδας στις 12 Σεπτεμβρίου 1964, όπου οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας, Νορβηγίας, Σοβιετικής Ένωσης και Βρετανίας εξέφρασαν γενικώς τη θλίψη τους για τα ληφθέντα μέτρα εις βάρος των Τενεδίων και Ιμβρίων, ενώ ο αμερικανός αντιπρόσωπος είπε ανάμεσα στα άλλα και τα εξής: «Η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων φαίνεται σε μας ως θλιβερή συνέπεια των κοινοτικών εχθροπραξιών στην Κύπρο. Η Τουρκία ενεργούσε μέσα στα πλαίσια των νόμιμων πλαισίων»! Όλα λοιπόν καλώς και νομίμως καμωμένα. Ο τούρκος αντιπρόσωπος ύστερα από όλα αυτά δήλωσε ότι οι Έλληνες τουρκικής υπηκοότητας καθώς και το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν πρόκειται να θιγούν. Μια διαβεβαίωση στάχτη στα μάτια σαν πολλές άλλες της γείτονος. Η Ελλάδα απέφυγε να καταφύγει σε πιο αποτελεσματικά ένδικα μέσα, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τη δικαιολογία ότι τούτο θα εξόργιζε την 'Αγκυρα, με αρνητικές συνέπειες για την ίδια την ελληνική μειονότητα! Είναι άξιο προσοχής ότι ο προσωπικός φόβος προβάλλεται ως φόβος του άλλου! Στην πραγματικότητα η Ελλάδα υπάκουσε στις πιέσεις των συμμαχικών χωρών να μην επιμείνει στις σχετικές προσφυγές.

 

ΤΙ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΓΙΑ ΤΑ ΝΗΣΙΑ

Και τι έπρεπε να πράξει η Ελλάδα; Να κάνει πόλεμο; Όχι! Κανείς δεν είναι υπέρ του πολέμου ούτε πιστεύει ότι αποτελεί μέσο επίλυσης προβλημάτων. Ούτε υπέρ της αντεκδίκησης και των αντιποίνων εναντίον της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη είμαστε. Έχουμε ζήσει στο πετσί μας την καταπίεση της Τουρκίας και δεν θα θέλαμε να ζήσει ανάλογες εμπειρίες ούτε ο «εχθρός» μας. Βέβαια, αν υπήρχαν αντίποινα σοβαρά κι όχι χλιαρά, ίσως θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ανασταλτικά και να ανακόψουν τη φόρα της γείτονος. Θα μας πουν βέβαια οι μειονοτικοί ότι και η Ελλάδα έλαβε εις βάρος τους ορισμένα μέτρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και από την πλευρά της Ελλάδας ελήφθησαν μέτρα εις βάρος της μειονότητας στη Θράκη. Σε σύγκριση όμως με εκείνα που έλαβε η Τουρκία εις βάρος των Ελλήνων της Τενέδου και της Ίμβρου είναι τουλάχιστον αστεία. Και τούτο το αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας οι αριθμοί και τα γεγονότα. Η μειονότητα στη Θράκη αριθμούσε το 1920 84.000 κατοίκους και το 1981 120.000. Σύμφωνα δε με το τουρκικό υπουργείο εξωτερικών σήμερα ανέρχονται στις 150.000 περίπου. Στα σχολεία τους, που κτίστηκαν και συντηρούνται και από την ελληνική πολιτεία, διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα και τη θρησκεία τους. Αν παραπονούνται για ελλείψεις στην υλικοτεχνική υποδομή, στα σχολικά βιβλία και σε εκπαιδευτικό προσωπικό, δεν θα έχουν ακούσει φαίνεται τις καταγγελίες κάθε τόσο των ελλήνων εκπαιδευτικών και γονέων για τις ελλείψεις στα ελληνικά σχολεία! Βρίσκονται σε ίση μοίρα με την πλειονότητα της χώρας αυτής! Εκτός κι αν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ας πάμε τώρα στην Τένεδο και την Ίμβρο. Στην Τένεδο από 2.855 κατοίκους το 1920, στη συντριπτική τους πλειονότητα Έλληνες, σήμερα ζουν μόνο 9! (εννιά), ενώ από 10.000 περίπου έλληνες κατοίκους που είχε η Ίμβρος το 1920, σήμερα ζουν 200 περίπου κάτοικοι. Τα σχολεία τους τα έχει δημεύσει η τουρκική κυβέρνηση, ενώ δημιουργεί μεγάλες δυσκολίες για να επισκευαστούν οι εκκλησίες και τα ελάχιστα όρθια ακόμη εξωκλήσια. Βέβαια θα μας πουν ότι έκτισαν το καμπαναριό μας με δικές τους δαπάνες. Πράγματι έγινε αυτό. Συμβολικά, μόνο ως ταφόπλακα στην Τένεδο μπορεί να εκληφθεί η δωρεά αυτή. Διότι τι να το κάνεις το καμπαναριό, όταν σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν πια μόνιμοι έλληνες κάτοικοι στο νησί; Αλλά και οι δικές μας προσπάθειες για συντήρηση των εκκλησιών μας μόνο συναισθηματικά κίνητρα έχουν. Να τα πούμε με το όνομά τους τα πράγματα: όλα αυτά στο μέλλον θα ανήκουν στην αρχαιολογική υπηρεσία της Τουρκίας. Αυτά λένε οι αριθμοί και η πραγματικότητα. Και δεν μπορεί να τα διαψεύσει ακόμη και ο πιο προκατειλημμένος και κακόπιστος παρατηρητής. Αλλά εμείς -το επαναλαμβάνουμε- δεν είμαστε υπέρ των αντιποίνων. Όχι μόνο για καθαρά ανθρωπιστικούς και βιωματικούς λόγους, αλλά και επειδή δεν λύνουν τα προβλήματα. Αντίθετα τα οξύνουν ακόμη περισσότερο.

Αφού όμως δεν υπήρχε πεδίο συνεννόησης με τους γείτονες, τι έπραξε η Ελλάδα για να προστατέψει το ελληνικό στοιχείο στην Τένεδο και στην Ίμβρο; Τίποτε ουσιαστικό. Διαμαρτυρίες ατελέσφορες, λόγια και μοιρολόγια. Η συμπεριφορά της δείχνει ότι θεωρούσε την υπόθεση των νησιών χαμένη προ πολλού. Δεν έκρινε άξιο να ασχοληθεί με «5-10 ψαράδες»! Είχε άλλα πιο σοβαρά προβλήματα. Ούτε καν σαν μια βραχονησίδα δεν μέτρησαν τα νησιά. Ας κάνουν τον κόπο να επισκεφτούν την Τένεδο για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι τι έχασε η χώρα μας. Πολλά διάσημα ελληνικά νησιά θα ζήλευαν τις φυσικές και τεχνητές ομορφιές της Τενέδου αλλά και την οικονομική της ανάπτυξη. Οι «5-10 ψαράδες» που τη δεκαετία του 1960 ήταν 1200 και πλέον εργατικοί αμπελουργοί, βιομήχανοι-οινοποιοί και κτηνοτρόφοι δεν είχαν καμιά ανάγκη υλικής βοήθειας. Ηθική συμπαράσταση ήθελαν μέσα στην απόγνωση και στον πανικό τους.  Κι όμως πολλά θα μπορούσαν να γίνουν, αν υπήρχε πραγματική πολιτική βούληση, ώστε να παραμείνει ο ελληνισμός στα νησιά. Κι αντ' αυτού μας επιρρίπτουν και ευθύνες που δεν κάναμε τίποτε, πως δεν προσπαθήσαμε να παραμείνουμε στις εστίες μας. Δεν υπήρχε λένε πνευματική ηγεσία στα νησιά που θα μπορούσε να σταματήσει τον ξεριζωμό. Αλλά υπήρχε η Μητρόπολη Ίμβρου και Τενέδου και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αν αυτά δεν είναι πνευματική ηγεσία, τότε ποιος είναι, ο δάσκαλος, ο παπάς, ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο καθηγητής; Τι έπραξαν οι θεσμοί αυτοί του ελληνισμού; Μόνο συμβουλές να παραμείνουμε στα νησιά αλλά και έμμεσες παρεμβάσεις για απαγόρευση χορήγησης βίζας από το ελληνικό προξενείο της Κων/πολης. Να αναγνωρίσουμε ότι δεν εισακούονταν από την τουρκική διοίκηση, αφού ο κλήρος γενικά δημιουργούσε αρνητικούς συνειρμούς στους Τούρκους. Για το Κυπριακό έφταιγε ένας «παπάς», ο Μακάριος. 'Αρα όλοι οι παπάδες είναι ίδιοι. Μα δεν ωφελούσε να περιοριστεί κανείς σε διαμαρτυρίες προς την τουρκική διοίκηση που ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Χρειάζονταν συγκεκριμένες προτάσεις και συμπαράσταση προς τη μειονότητα. Τούτο θα έπρεπε να το αναλάβει το ελληνικό υπουργείο των εξωτερικών δια του προξενείου στην Κων/πολη, το οποίο μόνο με απαγορεύσεις (βίζα) προσπαθούσε να αναστείλει τη φυγή και με ένα συμβολικό επίδομα. Με απαγορεύσεις και άρνηση δεν λύνονται τα προβλήματα. Αν υπήρχε πολιτική βούληση -το επαναλαμβάνω- πολλά θα μπορούσαν να γίνουν. Αν είχαμε ένα μικρό μόνο μέρος της βοήθειας και συμπαράστασης που παρείχε και παρέχει το προξενείο της άλλης πλευράς στη μειονότητά της, τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά στα νησιά σήμερα. Οι επισκέψεις ελληνικών διπλωματικών αρχών στην Τένεδο ήταν σπάνιες και αποφεύγονταν -ισχυρίζονται- για το καλό μας! Για να μην αποβαίνουν εις βάρος μας, επειδή οι Τούρκοι θα εύρισκαν αφορμή να εξαπολύουν επιθέσεις και διώξεις εναντίον μας. Μα δεν θέλαμε απλές επισκέψεις και παρηγορίες· ουσιαστική συμπαράσταση θέλαμε, που θα μπορούσε να γίνει με έργα και εξ αποστάσεως. Είχαμε ανάγκη από κάποιον να σταθεί δίπλα μας και να μας στηρίξει. Να νιώσουμε ότι έχουμε έναν δικό μας άνθρωπο, ότι έχουμε ένα ζεστό και στιβαρό χέρι να μας κρατήσει τώρα που παραπατάμε. Να προσπαθήσει με λόγια και με έργα να μας πείσει ότι το συμφέρον μας είναι να μείνουμε πάση θυσία στα νησιά μας και όχι να τα εγκαταλείψουμε ξεπουλώντας τις περιουσίες μας για μια πεντάρα. Αντίθετα με τον έλληνα πρόξενο που επισκέφτηκε τα νησιά το 1966 αλλά η έκθεσή του δεν είχε καμιά απήχηση, ο αμερικανός πρόξενος στην Κων/πολη φρόντισε να στείλει στην Ουάσιγκτον μια έκθεση με την οποία χαρακτήριζε υπερβολικούς τους ισχυρισμούς των Τενεδίων και Ιμβρίων περί διώξεων από την Τουρκία!

Αλλά και όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα οι Τενέδιοι και οι Ίμβριοι δεν βρήκαν την υποστήριξη και τη ζεστασιά που είχαν ανάγκη. Σαν τους πυρόπληκτους και σεισμόπληκτους έλαβαν μια μικρή οικονομική βοήθεια «πρώτης εγκατάστασης» και έπειτα εγκαταλείφθηκαν  στην τύχη τους. Ακόμη και διοικητικές δυσκολίες τούς δημιουργούσαν με τις άδειες παραμονής, γιατί ήταν «αλλοδαποί»! Δέκα χιλιάδες έμπειροι αμπελουργοί, αγρότες και κτηνοτρόφοι όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκαν ώστε να συντελέσουν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη ορισμένων περιοχών ειδικής εθνικής σημασίας, όπως η Θράκη, αλλά και αφέθηκαν να εγκατασταθούν κατά βούληση στα ήδη κορεσμένα αστικά κέντρα, και κυρίως στην Αθήνα, ώστε να αναγκαστούν να κάνουν κάποια πάρεργα για να επιβιώσουν. Ούτε ο υπάρχων προσφυγικός οικισμός της Ν. Τενέδου στη Χαλκιδική αξιοποιήθηκε για την εγκατάστασή τους, ούτε και η Ν. Ίμβρος που επρόκειτο να δημιουργηθεί για να συγκεντρώσει όλους τους πρόσφυγες Τενέδου και Ίμβρου κατόρθωσε να ξεπεράσει τις μικροκομματικές σκοπιμότητες, κι έτσι καταργήθηκε εν τη γενέσει της. Βέβαια οι Τενέδιοι χάρη στη θρυλική εργατικότητά τους, που μετέτρεψε την Τένεδο σε παράδεισο, κατόρθωσαν να επιβιώσουν ακόμη και να ευδοκιμήσουν στις νέες τους πατρίδες, χωρίς ουσιαστικά καμιά βοήθεια εκ μέρους της «μητέρας Ελλάδας».

 

ΤΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΧΕ ΓΙΝΕΙ

Ας πάμε σε συγκεκριμένα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν. Το πρόβλημα της εκπαίδευσης, που ήταν πολύ σοβαρό πρόβλημα κατά κοινή ομολογία, θα μπορούσε ποικιλοτρόπως να βρει κάποια λύση. Θα μπορούσαν να δημιουργηθούν τμήματα ελληνικής γλώσσας, κάτι που δεν απαγορευόταν και στο οποίο αρκετοί γονείς κατέφυγαν, ή ακόμη θα ήταν δυνατό να μεταφερθούν τα παιδιά στα σχολεία της Κων/πολης, όπως έκαναν μερικοί γονείς με δικές τους δαπάνες. Το πατριαρχείο είχε και την οικονομική δυνατότητα και τις υποδομές για ένα τέτοιο μεγαλεπήβολο σχέδιο. Υπήρχαν στην Πόλη αρκετοί φιλανθρωπικοί σύλλογοι με σπουδαίο έργο, που συντηρούσαν συσσίτια ή βοηθούσαν τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας. Θα ισχυριζόταν κάποιος ότι αυτό παρουσιάζει δυσκολίες στην εφαρμογή του. Χωρίς αμφιβολία. Το κέρδος όμως θα ήταν πολλαπλό και ανώτερο από τις δαπάνες και τις θυσίες. Δεν θα παρέμεναν οι ιστορικοί θεσμοί του ελληνισμού στην Τουρκία ορφανοί και απομονωμένοι. Θα είχαν πλήρωμα, χωρίς το οποίο μουσειακή μόνο αξία έχουν. Αν υπήρχε ουσιαστικό ενδιαφέρον και οι ίδιες οι κοινότητες θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων αλλά και οι απλοί πολίτες, όταν θα συνειδητοποιούσαν το πραγματικό συμφέρον τους.

Το εκπαιδευτικό πρόβλημα δεν ήταν ωστόσο ικανή συνθήκη για να οδηγήσει στη φυγή τη μειονότητα. Ελληνική εκπαίδευση δεν υπήρχε στην Τένεδο ούτε στα χρόνια μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης μέχρι το 1952. Δεν υπήρξε όμως φυγή τότε ούτε καν εσωτερική μετανάστευση, εάν εξαιρέσουμε ορισμένους νεαρούς, ελάχιστους, που την παραμονή της στράτευσής τους στον τουρκικό στρατό δραπέτευαν προς την Ελλάδα για αυτονόητους λόγους. Βέβαια οι κοινωνικές συνθήκες είχαν αλλάξει εν τω μεταξύ και η ανάγκη της μόρφωσης είχε γίνει πιο επιτακτική. Αλλά και πάλι η απουσία ελληνικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή αιτία να εγκαταλείψουν οι άνθρωποι με τόση ευκολία τις εστίες τους, χωρίς να αναζητήσουν κάποια άλλη πιο συμφέρουσα διέξοδο, όπως και η ύπαρξή της δεν μπορεί να τους συγκρατήσει. Και τρανή απόδειξη για τούτο αποτελεί η περίπτωση της ελληνικής μειονότητας στην Κων/πολη. Εκεί λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία όλων των βαθμίδων. Ωστόσο δεν εμπόδισαν τη μαζική φυγή των Ελλήνων. Τα πρώτα κρούσματα φυγής εμφανίστηκαν μετά τα «Σεπτεμβριανά», ακολούθησαν οι απελάσεις των ελλήνων υπηκόων το 1964, οι οποίες σταδιακά παρέσυραν και τους υπόλοιπους. Από 80.000 περίπου Ελλήνων της Κων/πολης τη δεκαετία του 1960 σήμερα είναι λιγότεροι από 2.500. Η ύπαρξη ελληνικής εκπαίδευσης δεν συγκράτησε τον ελληνικό πληθυσμό στις εστίες του. Συνεπώς κάπου αλλού πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες του ξεριζωμού. Αν τις παρομοιάζαμε με εκείνες που οδήγησαν και τους Μικρασιάτες να εγκαταλείψουν τις εστίες τους το 1922 δεν θα υπερβάλλαμε. Ο βαθύτερος λόγος ήταν ο φόβος και η ανασφάλεια. Η συρρίκνωση εξάλλου της μειονότητας δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα, όπως οι δυσκολίες επαγγελματικής και οικογενειακής αποκατάστασης, το συναίσθημα της μοναξιάς μέσα σε έναν τόπο αφιλόξενο και εχθρικό κ.ά. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν έγινε καμιά ουσιαστική προσπάθεια για να ανασταλεί η φυγή, λειτούργησε σαν ποτάμι που παρέσυρε τους πάντες. Εκεί που έπρεπε να δημιουργηθούν κάποια φράγματα για να σταματήσει η πλημμύρα, αφέθηκαν οι άνθρωποι στην τύχη τους και στον πανικό τους και τους παρέσυρε το ποτάμι. Όχι πως οι Τούρκοι δεν θα έπαιρναν πιο αυστηρά μέτρα -βλέπε τι γίνεται με τα βακούφια- αλλά θα μπορούσαμε αξιοποιώντας τον διακαή πόθο της Τουρκίας να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια να σταματήσουμε ή να περιορίσουμε την αιμορραγία του ελληνισμού. Δυστυχώς δεν έγινε τίποτε απ' όλα αυτά, ώστε να διερωτάται κανείς σήμερα μήπως θα ήταν προς το συμφέρον μας να μην εξαιρεθεί η μειονότητα της Τενέδου, της Ίμβρου αλλά και της Κων/πολης από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Θα είχαμε απαλλαγεί από τόσες περιπέτειες, θα είχαμε τακτοποιήσει κάπως τη ζωή μας και δεν θα υπήρχαν οι μειονότητες, που μόνο προβλήματα δημιουργούν στις σχέσεις των δύο χωρών.

Για να προλάβω αυτούς που θα ισχυριστούν ότι η κατόπιν εορτής κριτική είναι και εύκολη και εκ του ασφαλούς, έχω να τους πω ότι η επαρκής πολιτική σκέψη διακρίνεται κυρίως για την ικανότητά της να βλέπει πίσω από τα φαινόμενα και τα γεγονότα και να προλαμβάνει κι όχι να ακολουθεί τις καταστάσεις. Να προνοεί κι όχι να επινοεί δικαιολογίες για εκλογίκευση των αποτυχιών της.

Απ. Κερκινέογλου

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό "Η ΤΕΝΕΔΟΣ", τ. 6 (Απρίλιος-Μάιος 2008) του Συλλόγου Τενεδίων "Ο ΤΕΝΝΗΣ" http://users.otenet.gr/~Tened0s