ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΤΕΝΕΔΙΟΙ

   

(συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος)

 

Νικόδημος Κομνηνός Ανδρέου, μητροπολίτης Βοδενών κ.α.

Ο Νικόδημος γεννήθηκε στην Τένεδο το 1857 και ήταν ανεψιός από αδελφή του μητροπολίτη Βοδενών και Προύσας Νικόδημου Κωνσταντινίδη, όπως αναφέρεται σε αυτόγραφο βιογραφικό του σημείωμα.1 Στο Μητρώο Τενεδίων όμως, που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία Λέσβου, όπου καταγράφεται ως Νικόδημος Ανδρέου του Ανδρέου, αναφέρεται ότι γεννήθηκε το έτος 1848. Τούτο φαίνεται πιθανότερο, διότι δεν θα μπορούσε να έχει φοιτήσει σε δημοτικό σχολείο στην Κων/ πολη αρχικά και το 1859, δηλαδή σε ηλικία δύο ετών, να συνεχίζει τις σπουδές του στην έδρα του θείου του, όπως αναφέρεται παρακάτω! Εξίσου εσφαλμένο προφανώς είναι και το έτος γέννησης (1859) που υπονοείται από τις πληροφορίες του Ευστ. Δράκου. Ο Νικόδημος Κωνσταντινίδης είχε και άλλον ανεψιό μητροπολίτη, τον Κωνσταντίνο Χατζηαποστόλου.2 Γονείς του Νικόδημου Κομνηνού ήταν ο Ανδρέας Κομνηνός και η Αριάδνη Κωνσταντίνου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Παναγιώτης. Μάλιστα στον κατάλογο αποφοίτων της Θεολογικής Σχολής Χάλκης αναφέρεται ως Παναγιώτης Ανδρέου, που ήταν το πατρώνυμό του.3 Ο Νικόδημος είχε και μία αδελφή ονόματι Ευτέρπη, από το επώνυμο της οποίας αποκαλύπτεται το επώνυμό του.4

Σε άρθρο εφημερίδας5αναφέρεται εσφαλμένα ότι γονείς του Νικόδημου ήταν ο Αθανάσιος και η Αδριάνα Κομνηνού. Και είχαν εκτός από τον Νικόδημο και άλλα τρία παιδιά την Ελπίδα, τον Δημήτριο και την Ευτέρπη. Η Ελπίδα ήταν σύζυγος του Τενέδιου Βασίλειου Κάνδη.6 Η σύγχυση αυτή προήλθε προφανώς από την καταγραφή των ονομάτων αυτών με τη συγγενική ιδιότητα των θείων στα αγγελτήρια κηδείας και μνημόσυνου της κόρης του Βασίλειου και της Ελπίδας Κάνδη, Θάλειας.7 Η προσθήκη του αρχικού Α από το πατρώνυμό τους ενισχύει τη σύγχυση, καθώς μπορεί να σημαίνει και Ανδρέας και Αθανάσιος! Είναι πολύ πιθανό -αν το όνομα Αθανάσιος Κομνηνός ως πατέρας της Ελπίδας και του Δημητρίου είναι σωστό- να πρόκειται περί δύο αδελφών, του Ανδρέα και Αθανασίου Κομνηνού, παιδιά των οποίων ήταν τα αναφερόμενα παραπάνω πρόσωπα. Πιο συγκεκριμένα τα παιδιά του Ανδρέα ήταν ασφαλώς ο Παναγιώτης (μητροπολίτης Νικόδημος) και η Ευτέρπη, σύζυγος του Θεοδώρου Παπαθανασίου από το έτος 1902, ενώ του Αθανασίου η Ελπίδα και ο Δημήτριος. Οπότε για τη Θάλεια Κάνδη όλοι ήταν θείοι είτε ως αδέλφια είτε ως ξαδέλφια της μητέρας της.

Ο Νικόδημος μετά τον θάνατο του πατέρα του μετέβη στην Κων/πολη κοντά στον θείο του Νικόδημο Κωνσταντινίδη. Αρχικά φοίτησε στο δημοτικό σχολείο της συνοικίας Τζιβαλί Κων/πολης. Ακολουθώντας τον θείο του το 1859 στην Έδεσσα και το 1870 στην Προύσα ο Νικόδημος συνέχισε τις σπουδές του στα σχολεία των πόλεων αυτών. Αργότερα ο θείος του τον έστειλε στην Αθήνα για να φοιτήσει στο Πολυτεχνείο αλλά εκείνος γράφτηκε στο Λύκειο Μαργαρίτη Δήμιτσα για πληρέστερη κατάρτιση. Το 1874 φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης και αμέσως μετά στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, από όπου έλαβε το πτυχίο του στις 4 Σεπτεμβρίου 1882 με βαθμό «λίαν καλώς».8 Η πτυχιακή του διατριβή είχε τίτλο «Περί γνησιότητος της Πεντατεύχου».9 Μετά την αποφοίτησή του από τη Θεολογική υπηρέτησε ως ιεροδιδάσκαλος στα σχολεία της Μαγνησίας και της Περγάμου και αργότερα καθηγητής στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1885 ο Παναγιώτης Κομνηνός χειροτονήθηκε διάκονος στην Περαία της Σμύρνης από τον μητροπολίτη Εφέσου Αγαθάγγελο με το εκκλησιαστικό όνομα Νικόδημος. Υπήρξε αρχιδιάκονος και ιεροκήρυκας του μητροπολίτη Σάμου Γαβριήλ και του μητροπολίτη Ηράκλειας Γερμανού. Στη Σάμο ιδιαίτερα η δράση του υπήρξε σημαντική και επαινείται από τον τοπικό τύπο. Εκφώνησε κάλλιστο επικήδειο λόγο στην κηδεία του διακεκριμένου προκρίτου της Σάμου Μιχαήλ Νικολαΐδη.10

 

Επίσκοπος Μυριοφύτου και Περιστάσεως (1891-1894 & 1897-1899)

Στις 28 Φεβρουαρίου 1891 ο Νικόδημος εκλέχτηκε επίσκοπος Μυριοφύτου και Περιστάσεως (στην Ανατολική Θράκη) ύστερα από πρόταση του μητροπολίτη Ηράκλειας Γερμανού, στη μητρόπολη του οποίου ανήκε η επισκοπή αυτή.11 Συνυποψήφιοί του ήταν ο αρχιμανδρίτης Γεννάδιος Κομνηνός και ο ιεροδιδάσκαλος από τη Χίο Διόδωρος.12 H χειροτονία του έγινε στον πατριαρχικό ναό του Αγ. Γεωργίου την Κυριακή 17 Μαρτίου 1891. Ο Νικόδημος παρέμεινε στην επισκοπή Μυριοφύτου και Περιστάσεως μέχρι τον Απρίλιο του 1894, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του για οικονομικούς λόγους, αλλά από διπλωματικές πηγές φαίνεται ότι οι πραγματικοί λόγοι ήταν «ηθικής φύσεως».13 Ωστόσο στην έδρα του είχε καλή φήμη και χαρακτηρίζεται ως «νουνεχής, συνδιαλεκτικός, ενάρετος, δίκαιος και ευφραδής ρήτωρ».14 Μετά την παραίτησή του διέμεινε στην Κων/πολη όπου κήρυττε στον ναό του Σωτήρος στη συνοικία Γαλατά. Τον Φεβρουάριο του 1896 μάλιστα διορίστηκε προϊστάμενος του εν λόγω ναού.15 Επίσης ήταν εκπρόσωπος του οικουμενικού πατριαρχείου στις εξετάσεις που έγιναν στις 14 Ιουλίου 1896 στο Παρθεναγωγείο του Ορτάκιοϊ, ενώ στις 18 Ιουλίου 1896 με απόφαση της Ιεράς Συνόδου διορίστηκε βοηθός επίσκοπος του μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Βασιλείου. Όμως ο Νικόδημος δεν μετέβη στην έδρα του και επικαλούμενος λόγους υγείας υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία και έγινε αποδεκτή τον Σεπτέμβριο του 1896. Ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 1897, ο Νικόδημος διορίστηκε εκ νέου στην παραπάνω μητρόπολη, όπου φαίνεται ότι παρέμεινε μέχρι την εκλογή του ως μητροπολίτη Βοδενών (Έδεσσας) την 1η Μαΐου 1899 σε ηλικία 42 ετών. Συνυποψήφιοι κατά την εκλογή του ήταν ο Χαριουπόλεως Γερμανός και ο Παμφίλου Μελισσηνός. Η δημογεροντία Βοδενών όταν πληροφορήθηκε την εκλογή του νέου μητροπολίτη υπέβαλε τηλεγραφικά τις ευχαριστίες της προς τον οικουμενικό πατριάρχη και συνεχάρη τον ιεράρχη για την εκλογή του στην πατρίδα τους. Ωστόσο η Ελληνική Πρεσβεία αντέδρασε έντονα για την εκλογή αυτή. Μάλιστα ο επιτετραμμένος Ζαλοκώστας ανέφερε στον Νικόδημο ότι διαμαρτυρήθηκε προς τον πατριάρχη για τον διορισμό του στα Βοδενά και του συνέστησε να αναζητήσει άλλη επαρχία καθώς κρίθηκε ανεπαρκής για εμπερίστατη επαρχία όπως τα Βοδενά. Ο Νικόδημος παραδέχτηκε ενώπιον του Ζαλοκώστα τις νεανικές του παρεκτροπές αλλά δήλωσε ότι τα ολισθήματα αυτά κηλίδωσαν τον κληρικό όχι όμως και τον άνθρωπο και κυρίως το εθνικό του φρόνημα.16 Τελικά ο Νικόδημος αναχώρησε για την Έδεσσα στις αρχές Ιουνίου 1899.17

 

Ο μητροπολίτης Νικόδημος Κομνηνός

 

Μητροπολίτης Βοδενών (1-5-1899 έως 29-1-1904)

Κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του Νικόδημου στην Έδεσσα γίνεται ο Μακεδονικός Αγώνας και όπως φαίνεται δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για την αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού προβλήματος. Έτσι διατυπώθηκαν πολλές διαμαρτυρίες με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν προβλήματα στις σχέσεις του Νικοδήμου με το ποίμνιό του. Ο πρόξενος Ευγ. Ευγενιάδης είχε αρχικά θετική γνώμη για τον Νικόδημο, θεωρώντας τον νοήμονα και εγγράμματο καθώς και καλό συνεργάτη του Ελληνικού Προξενείου, αλλά αργότερα την αναθεώρησε, όταν διαπίστωσε ότι με τη συνεργασία του επεδίωκε την είσπραξη χρημάτων. Αλλά και ο σχολάρχης Βοδενών Αθαν. Φράγκος αναφέρεται στις κακές σχέσεις Νικοδήμου και δημογεροντίας. Η Δημογεροντία Βοδενών τον κατήγγειλε στον πατριάρχη ότι παραμελεί τα καθήκοντά του και αποβλέπει μόνο στην απόκτηση περιουσίας. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος το οικουμενικό πατριαρχείο απέστειλε τον Οκτώβριο του 1901 ως έξαρχο στην Έδεσσα τον μητροπολίτη Βέροιας Κωνστάντιο, ο οποίος μετά τη διεξαγωγή σχετικών ανακρίσεων υπέβαλε την έκθεσή του στο πατριαρχείο, σύμφωνα με την οποία οι καταγγελίες δεν ήταν σοβαρές. Μετά την αναχώρηση του εξάρχου ο Νικόδημος προσκάλεσε σε σύσκεψη 80 περίπου πολίτες, αλλά παρέστησαν μόνον 20, χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία.18 Στις 27 Φεβρουαρίου 1902 με απόφαση της Ιεράς Συνόδου ο Νικόδημος εκλέχτηκε συνοδικό μέλος για τη διετία 1902-1903 ενώ παράλληλα απαλλάχτηκε ομόφωνα από τις εναντίον του κατηγορίες, καθώς κρίθηκε επαρκής η απολογία του.19 Για την απόφαση της Ιεράς Συνόδου φρόντισε να ενημερώσει την Κοινότητα Βοδενών ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ με σχετική επιστολή του, στην οποία μεταξύ των άλλων συνιστά στους χριστιανούς κατοίκους να αφήσουν κατά μέρος τους κομματισμούς και τις προσωπικές διαφορές και να συνεργαστούν με ομόνοια και αγάπη για το συμφέρον των ιερών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

 

 

Οι δημογέροντες της Έδεσσας απαντώντας στην επιστολή του πατριάρχη εκφράζουν τη χαρά τους για την απαλλαγή του Νικόδημου από τις κατηγορίες, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται, και για την εκλογή του ως μέλους της Ιεράς Συνόδου. Παράλληλα υπογραμμίζουν ότι η αγγελία του πατριαρχείου για την πρόσκληση του μητροπολίτη τους στην Κων/πολη τους λύπησε πολύ, καθώς στερούνται ικανού ιεράρχη που θα μπορούσε να στηρίξει την επαρχία τους.20

Όπως φαίνεται το πατριαρχείο βρήκε σολομώντεια λύση για το πρόβλημα της μητροπόλεως Βοδενών, μεταθέτοντας τον Νικόδημο στην Ιερά Σύνοδο. Έτσι ικανοποίησε και τη δημογεροντία αλλά και τον Νικόδημο, δημιουργώντας το κατάλληλο κλίμα για την εκτόνωση της κρίσης και για την επικράτηση της γαλήνης στην Εκκλησία. Αλλά και η επιστολή της δημογεροντίας εντάσσεται μέσα στο ίδιο πνεύμα.

Ο Νικόδημος αναχώρησε για την Κων/πολη στις 21 Απριλίου 1902. Όσο διάστημα θα απουσίαζε ως συνοδικός, το πατριαρχείο εξέλεξε ως αντικαταστάτη του τον επίσκοπο Σεβαστείας 'Ανθιμο, ο οποίος όμως δεν τον είχε αντικαταστήσει όπως αναφέρεται στην ανωτέρω επιστολή του πατριάρχη. Και τούτο, διότι ο Νικόδημος έθεσε τέτοιους οικονομικούς όρους για την εκλογή του 'Ανθιμου που ουσιαστικά τη ματαίωσε.21 Ύστερα από αυτά το πατριαρχείο διόρισε στις 5 Ιουνίου 1902 ως επίσκοπο της μητρόπολης Βοδενών τον πρώην μητροπολίτη Ιερισσού και Αγ. Όρους Ιλαρίωνα.22 Ο Νικόδημος δεν διατέθηκε ευνοϊκά στην εκλογή του Ιλαρίωνα, επειδή ήθελε να διοικεί ο ίδιος την επαρχία του από την Κων/πολη. Γι' αυτό όταν μετά την άφιξη του τελευταίου στα Βοδενά έγιναν αρχαιρεσίες για την ανάδειξη νέου Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Νικόδημος δεν ενέκρινε την εκλογή των νέων δημογερόντων επικαλούμενος παρατυπίες κατά τη διαδικασία των εκλογών. Η δημογεροντία όμως σε επιστολή της προς το Ελληνικό Προξενείο στις 19 Ιουλίου 1902 εκφράζει την ικανοποίησή της από τις αρχαιρεσίες και προσθέτει ότι δόθηκε έτσι ένα τέλος στην αποσύνθεση στην οποία οδηγούνταν η κοινότητά τους από την πολιτεία του Νικόδημου, ο οποίος τυπικά μόνο θεωρείται μητροπολίτης Βοδενών ουσιαστικά όμως δεν ενδιαφέρεται για την επαρχία του. Ο Νικόδημος με τη σειρά του έφερε το θέμα των αρχαιρεσιών στην Ιερά Σύνοδο ζητώντας την ακύρωσή τους. Η σύνοδος όμως, αν και αναγνώρισε την παρατυπία, επικύρωσε τελικά την εκλογή των δημογερόντων, λαβαίνοντας υπόψη την κρισιμότητα της κατάστασης που επικρατούσε στα Βοδενά. Ενώ το ζήτημα φάνηκε να ρυθμίζεται, όμως και ο Ιλαρίων δεν υπήρξε ευτυχέστερος, καθώς όντας υποχρεωμένος να εκτελεί τις διαταγές του Νικόδημου ήλθε σε ρήξη με τη δημογεροντία. Ωστόσο διατυπώνεται και η άποψη ότι η αποτυχία του Ιλαρίωνα οφειλόταν στην εξαγορά του από τρεις ρώσους καλόγερους που τον επισκέφτηκαν στη μητρόπολη.23

Ο Νικόδημος παρέμεινε συνοδικός στην Κων/πολη μέχρι να εκκενωθεί κάποια επαρχία στην οποία θα δεχόταν να μετατεθεί. Εκεί εκτός από μέλος της Ιεράς Συνόδου ήταν υπεύθυνος του πατριαρχικού τυπογραφείου και πρόεδρος της επιτροπής που εξέδιδε την εβδομαδιαία εφημερίδα του πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια». Τη θέση αυτή κατέλαβε με συνοδική απόφαση24 στις 26 Μαρτίου 1902 και διατήρησε μέχρι τις 18 Απριλίου 1903. Επίσης στις 30 Νοεμβρίου 1902 είχε διοριστεί και μέλος της εφορείας της Θεολογικής Σχολής Χάλκης. Όπως φαίνεται από σχετικά έγγραφα εξακολουθεί να υπογράφει ως «Βοδενών Νικόδημος». Επίσης συλλειτουργεί με άλλους μητροπολίτες στον πατριαρχικό ναό του Αγ. Γεωργίου αλλά και σε άλλες περιοχές, ενώ συμμετέχει και σε διάφορες εκδηλώσεις. Τέλος ο Νικόδημος στις αρχές Φεβρουαρίου 1903 διορίστηκε μέλος της τριμελούς επιτροπής που ήταν αρμόδια για την παρασκευή του αγίου Μύρου.25

 

Η υπογραφή του Νικόδημου ως μητροπολίτη Βοδενών

 

Μητροπολίτης Βιζύης, Κώου, Βάρνης, Προύσης

Ο Νικόδημος διατήρησε τον τίτλο του μητροπολίτη Βοδενών μέχρι τις 29 Ιανουαρίου 1904, οπότε εκλέχτηκε μητροπολίτης Βιζύης (στην Ανατολική Θράκη), με συνυποψήφιους τους επισκόπους Μοσχονησίων Νεόφυτο και Μυρέων Στέφανο. Οι δημογέροντες της Βιζύης εξέφρασαν προς την Εκκλησία την ευγνωμοσύνη τους για την εκλογή του Νικόδημου. Ο Νικόδημος στις 13 Απριλίου 1904 έφτασε στη νέα του επαρχία, όπου έγινε εγκάρδια δεκτός από το ποίμνιό του. Παρέμεινε στη Βιζύη για τέσσερα χρόνια, όταν στις 20 Φεβρουαρίου 1908 μετατέθηκε στη μητρόπολη Κώου (στη νήσο Κω), όπου μετέβη τον Μάιο του 1908. Δεν παρέμεινε επί πολύ στη νέα του έδρα, καθώς τον Ιούλιο του ίδιου έτους υπέβαλε την παραίτησή του και εγκαταστάθηκε στην πατρίδα του Τένεδο. Στις 18 Ιουνίου 1913 ο Νικόδημος εκλέχτηκε μητροπολίτης Βάρνης, όπου παρέμεινε μέχρι τις 24 Μαΐου 1924, οπότε μετατέθηκε στη μητρόπολη Προύσης (1924-1935). Από τον Σεπτέμβριο του 1929 ο Νικόδημος υπήρξε επί ένα έτος μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού πατριαρχείου.26 Στις 7 Οκτωβρίου 1929 ήταν συνυποψήφιος οικουμενικός πατριάρχης μαζί με τους μητροπολίτες Νίκαιας Βενιαμίν και Δέρκων Φώτιο. Κατά τη μυστική ψηφοφορία ο Νικόδημος έλαβε 12 ψήφους ενώ εκλέχτηκε πατριάρχης ο μητροπολίτης Δέρκων Φώτιος. Μετά την εκλογή του ο νέος οικουμενικός πατριάρχης πρότεινε για τη χηρεύουσα μητρόπολη Δέρκων εκτός των άλλων και τον Νικόδημο αλλά σύσσωμη η επαρχία Δέρκων απέκρουσε την εκλογή του ως υπερήλικα και συνεπώς ανίκανου.27

Ο Νικόδημος στις 10 Απριλίου 1935 πέθανε αφού είχε πάθει «πνευμονική συμφόρηση» εξαιτίας κρυολογήματος. Η κηδεία του έγινε στον πατριαρχικό ναό του Αγ. Γεωργίου, στην οποία χοροστάτησε ο πατριάρχης Φώτιος. Η σορός του μεταφέρθηκε στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλή, στο νεκροταφείο της οποίας και ενταφιάστηκε.

Χαρακτηρισμός: Ο Νικόδημος, που υπηρέτησε σε διάφορες μητροπόλεις ως επίσκοπος και μητροπολίτης 44 χρόνια, διακρίθηκε για τη βαθιά αγάπη του προς την εκκλησία, το εκκλησιαστικό του πνεύμα, τη σταθερότητα του χαρακτήρα του και την αφοσίωσή του στις εκκλησιαστικές παραδόσεις. Οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν εναντίον του προφανώς οφείλονταν στον απότομο και αυταρχικό του χαρακτήρα.

_______________

Παραπομπές

1. Ορθοδοξία Ι΄, τ. 4 (1935) 180. Πβ. Η Τένεδος τ. 20.

2. Η Τένεδος τ. 22.

3. Εκκλ. Αλήθεια 1899, σ. 466. Πβ. Απ. Μέξης, Η εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή (1844-1935), εν Κων/πόλει 1935, σ. 215.

4. Κ. Γ. Σταλίδης, Η Ιερά μητρόπολις Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, τ. Α΄, Έδεσσα 2006, σ. 276-298 & Κ. Γ. Σταλίδης, Ο Μητροπολίτης Νικόδημος Β΄ (1899-1904), Εδεσσαϊκή 13-2-1993 έως 10-4-1993.

5. Θ. Μπελίτσος, Βασίλειος Ι. Κάνδης, λόγιος εκ Τενέδου, ΛΗΜΝΟΣ 11-1, 25-1, 15-2-2012.

6. Η Τένεδος τ. 21.

7. ΣΚΡΙΠ 10-3-1900. Πβ. ΕΜΠΡΟΣ 10-3-1900. Πβ. ΕΜΠΡΟΣ 29-4-1900.

8. Εκκλ. Αλήθεια 1899, σ. 466, όπου από τυπογραφικό λάθος αναφέρεται το έτος 1892.

9. Απ. Μέξης, Η εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή, ό.π. σ. 215.

10. Ανατ. Αστήρ 30-3-1888. Πβ. Ανατ. Αστήρ 13-4-1888. Πβ. Σάμος 23-3-1888.

11. Ευστρ. Δράκος, Τα Θρακικά, Αθήνησι 1892, τ. 1, σ. 76.

12. Ορθοδοξία ΛΓ΄, τ. 3 (1958) 285. Πβ. Νεολόγος 2-3-1891. Πβ. Ανατ. Αστήρ 6-3-1891.

13. Γ. Τουσίμης, Ο Μητροπολίτης Βοδενών Νικόδημος Β΄ Κομνηνός (1899-1903), Εδεσσαϊκή 27-5-2000.

14. Ευστρ. Δράκος, Τα Θρακικά, Αθήνησι 1892, τ. 1, σ. 76.

15. Νεολόγος 17-2-1896.

16. Γ. Τουσίμης, ό.π. Εδεσσαϊκή 27-5-2000.

17. Ορθοδοξία ΛΓ΄, τ. 3 (1958) 302. Πβ. Κ. Γ. Σταλίδης, Η Ιερά μητρόπολις, ό.π. σ. 283.

18. Γ. Τουσίμης, ό.π. Εδεσσαϊκή 27-5-2000.

19. Εκκλ. Αλήθεια 1-3-1902, σ. 103.

20. Κ. Γ. Σταλίδης, Η Ιερά μητρόπολις, ό.π. σ. 288-289.

21. Γ. Τουσίμης, ό.π. Εδεσσαϊκή 27-5-2000.

22. Εκκλ. Αλήθεια 7-6-1902.

23. Γ. Τουσίμης, ό.π. Εδεσσαϊκή 3-6-2000.

24. Εκκλ. Αλήθεια 29-3-1902.

25. Κ. Γ. Σταλίδης, Η Ιερά μητρόπολις, ό.π. σ. 292-293.

26. ΣΚΡΙΠ 20-8-1929.

27. ΣΚΡΙΠ 21-10-1929.

Απόστολος Κερκινέογλου

φιλόλογος

http://users.otenet.gr/~aker

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό "Η ΤΕΝΕΔΟΣ", τ. 23-24 (Οκτώβριος 2012-Μάρτιος 2013) του Συλλόγου Τενεδίων "Ο ΤΕΝΝΗΣ"